16.10.16

Το συνοικέσιο μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης - «JAYSH AL MUKHTAR»: Η «Ιρακινή HEZBOLLAH»

Τη στιγμή που η Τουρκία βρίσκεται σε περίοδο υψηλής έντασης με το Ιράκ, παρατηρείται η προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο νοιώθουν τον κίνδυνο του κουρδικού παράγοντα στην επικράτειά τους. Οι δύο χώρες προφανώς διαχωρίζουν τα κοινά και τα διαφορετικά συμφέροντα που έχουν σε Συρία και Ιράκ. Άλλωστε η εν λόγω προσέγγιση είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω των απρόβλεπτων στρατιωτικών συμβάντων και άλλων παραγόντων. Τούρκοι και Ιρανοί αξιωματούχοι πραγματοποιούν σειρά υψηλόβαθμων επισκέψεων τελευταία, γεγονός που καταδεικνύει ότι η μια προσεγγίζει την άλλη μετά από μια περίοδο σοβαρών διαφωνιών σε θέματα που αφορούν το Ιράκ και τη Συρία. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι: Ποιος είναι ο λόγος αυτής της αναθέρμανσης και πόσο βιώσιμη δύναται να είναι; Οι τουρκο-ιρανικές σχέσεις αναπτύχθηκαν την τελευταία δεκαετία υπό τη διακυβέρνηση του «ΑΚΡ». Υψηλόβαθμες επισκέψεις και εμπορικές συμφωνίες πραγματοποιήθηκαν, ενώ μέχρι το 2010 οι ΗΠΑ παρότρυναν την Άγκυρα να βοηθήσει στην επίτευξη της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, που ονομάσθηκε «Tehran Agreement». Όταν η Washington θεώρησε αργότερα τη συμφωνία αυτή μη ικανοποιητική, η Τουρκία ψήφισε κατά του προωθούμενου από τις ΗΠΑ Ψηφίσματος στο Σ.Α. των Η.Ε. που αύξησε τις κυρώσεις κατά του Ιράν.

Οι σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης άρχισαν να επιδεινώνονται με την έναρξη της «Αραβικής Άνοιξης» το 2011. Οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν τεταμένες κυρίως εξαιτίας της συριακής κρίσης, διότι η Τουρκία στήριξε τους αντάρτες, ενώ το Ιράν το καθεστώς ASSAD. Ως εκ τούτου, η Τουρκία και το Ιράν βρέθηκαν έμμεσα εμπλεκόμενοι σε έναν πόλεμο. Η Άγκυρα, εξοπλίζοντας και προσφέροντας καταφύγιο στους αντάρτες, και η Τεχεράνη χρηματοδοτώντας τον Στρατό του ASSAD και στέλνοντας Δυνάμεις να πολεμούν στο πλευρό του, οδηγήθηκαν εκατέρωθεν στην ανταλλαγή έντονης κριτικής για τη στάση που έχουν υιοθετήσει στη Συρία. Διαφορές μεταξύ των δύο αυτών χωρών υπάρχουν σχετικά και με το Ιράκ,όπου οι στενές σχέσεις της Τουρκίας με την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση έχουν ενοχλήσει τη σιιτική Κυβέρνηση της Βαγδάτης και τη σύμμαχό της, Τεχεράνη. Η Βαγδάτη, με τη στήριξη της Τεχεράνης, ζήτησε από την Τουρκία να εκκενώσει τη Βάση Bashiqa κοντά στη Μοσούλη, όπου η Άγκυρα έχει αναπτύξει στρατιωτική παρουσία τα τελευταία χρόνια. Το τελευταίο αποτελεί και ένα μεγάλο αγκάθι για την προσέγγιση των δύο χωρών. Ουσιαστικά συμφωνούν ότι δεν πρέπει να δημιουργηθεί το μεγάλο Κουρδιστάν, διότι τότε θα συμπεριλαμβάνονταν εδάφη από τις επικράτειες και των δύο, ωστόσο διαφωνούν στη γενικότερη θεώρηση δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους, με την Τουρκία να θέλει να λύσει το πρόβλημα μέσω της μετατόπισης αυτού στο Ιράκ, ενώ η Τεχεράνη επιθυμεί την εξασφάλιση των εδαφών της συμμάχου Βαγδάτης και της ενεργειακής συμμαχίας με το Ιράκ, η οποία απειλείται από τον έλεγχο των πλούσιων, σε πετρέλαιο, εδαφών της βόρειας επικράτειας από τους Peshmerga.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η Άγκυρα και η Τεχεράνη φέρεται ότι προσπαθούν να αποκλιμακώσουν την ένταση στις σχέσεις τους. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Μ. CAVUSOGLU, μετέβη, στις 18/08/16, στην Τεχεράνη μετά την επίσκεψη, στις 12/08/16, του Ιρανού ομολόγου του, Μ. ZARIF. O κύριος λόγος για την αναθέρμανση φαίνεται να είναι η Συρία. Η τουρκική εισβολή της 24ης Αυγούστου στη Συρία, η οποία πραγματοποιήθηκε με την ευλογία της Ρωσίας και την περιορισμένη αλλά άμεση αμερικανική στρατιωτική στήριξη, είναι απτή απόδειξη της σχέσης αυτής. Τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι ο πόλεμος εξελίσσεται σε πολλές μικρές συγκρούσεις, στις οποίες οι αντίπαλοι σε ένα μέτωπο (Τουρκία εναντίον Ρωσίας στην Aleppo) μπορούν να συνεργασθούν σε ένα άλλο (Jarabulus). Επίσης, αποδεικνύεται ότι οι εμπλεκόμενοι στην κρίση προετοιμάζονται για τη μετα-«IS» εποχή και αλλάζουν τις προτεραιότητες τους ανάλογα. Π.χ., η Τουρκία δεν φαίνεται να θέτει πλέον προτεραιότητά της την απομάκρυνση του ASSAD από την εξουσία, αλλά συνάπτοντας σιωπηρά ειρήνη με τη Ρωσία και ανεπιφύλακτα με την Τεχεράνη, η Άγκυρα προληπτικά προσπαθεί να καταλάβει περιοχές που θα καταλάμβανε το «PYD», το οποίο έχει υπό τον έλεγχό του μεγάλο τμήμα της Βόρειας Συρίας και είναι ένας από τους κύριους αντίπαλους της Τουρκίας στη μετα-«IS» Συρία.

Ο Τούρκος Πρόεδρος, R. T. ERDOGAN, και οι ανώτατοι αξιωματούχοι του ΥΠΕΞ της Χώρας συνεχίζουν τις δηλώσεις για την εκδίωξη του ASSAD και μετά την εισβολή, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το αν η Τουρκία μπορεί πραγματικά να παραιτηθεί της πολιτικής της γραμμής που προβλέπει την απομάκρυνση του τελευταίου από την εξουσία. Ωστόσο, η Άγκυρα είναι ενήμερη ότι το νυν καθεστώς και ίσως και ο ίδιος ο ASSAD είναι πιθανό να επιβιώσουν για κάποιο διάστημα, γι’ αυτό ζητεί από όσους στηρίζει στη Συρία να εστιάσουν περισσότερο στον τερματισμό της προώθησης των Δυνάμεων του «ΡΥD». Εν ολίγοις, η αναθέρμανση στις σχέσεις με το Ιράν δεν φαίνεται να είναι στρατηγικής σημασίας αλλαγή, ούτε θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι η Τουρκία σκοπεύει να αφήσει το ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα θα εξακολουθήσει να διαφωνεί με τους κύριους στόχους του Ιράν στη Συρία. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη αντιμετωπίζει αυτή την αναθέρμανση ως μια ευκαιρία να κερδίσει την εύνοια της Άγκυρας και να περιορίσει τις τουρκικές αντιρρήσεις αναφορικά με την επιβίωση του καθεστώτος ASSAD. Οι Ιρανοί ηγέτες μπορεί να ζήτησαν από τον ASSAD να δώσει εντολή για τον πρόσφατο βομβαρδισμό των θέσεων του «ΡΥD» στην Επαρχία Hasaka, προκειμένου «να κερδίσουν» την εύνοια της Άγκυρας.

Πριν από την πρόσφατη στρατιωτική και διπλωματική συνεργασία, η πίεση αντιμετώπισης δύο ισχυρών αντιπάλων στη Συρία οδήγησε την Τουρκία «να προσφέρει κλάδο ελαίας» στην Τεχεράνη στον οικονομικό τομέα. Αυτό βοήθησε το Ιράν να απόσυμφορηθεί από τις διεθνείς κυρώσεις και η Τεχεράνη ανταπέδωσε προσκαλώντας Τούρκους επιχειρηματίες στο Ιράν. Οι βελτιωμένες οικονομικές σχέσεις με το Ιράν μπορεί επίσης να παρουσιάσουν ευκαιρίες και σε σχέση με τη Βαγδάτη. Η Τουρκία έχει εμπλακεί βαθιά με την ολοένα και πιο εξαρτημένη Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση. Όμως μια στενότερη σχέση με την κεντρική Κυβέρνηση, και τις εξαγωγές που η τελευταία πραγματοποιεί και ανέρχονται σε περισσότερα από 3 εκατ. Βαρέλια ημερησίως, μπορεί να αποφέρει διπλωματικά, ενεργειακά και εμπορικά οφέλη.

Δεδομένων των κοινών αλλά και των διαφορετικών συμφερόντων, η Τουρκία και το Ιράν είναι πιθανό να αποφασίσουν να διαχωρίσουν τις θέσεις τους ανάλογα με την περίπτωση και τον τομέα. Π.χ., ενώ και οι δύο χώρες θα εξακολουθήσουν να διαφωνούν σε κάποιες πλευρές της συριακής πολιτικής, όπως το μέλλον του ASSAD και η μάχη για την Aleppo, θα αντιτίθενται αμφότερες σε οιοδήποτε σενάριο προβλέπει την αυτονομία ή ανεξαρτησία των Σύριων Κούρδων. Όσον αφορά τον οικονομικό τομέα, οι σχέσεις θα συνεχίζουν να αναπτύσσονται. Και σε ό,τι αφορά το Ιράκ οι δύο χώρες είναι πιθανό να καταλήξουν σε πολιτική συμφωνία για τους Κούρδους, με την Άγκυρα να ασκεί επιρροή στο ιρακινό κουρδικό κόμμα «KDP» και την Τεχεράνη στο «PUK». Άλλωστε τα εν λόγω κόμματα είναι τα κύρια κόμματα της Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης. Ωστόσο, η πορεία των ρωσο-τουρκικών σχέσεων έχει δείξει ότι οιαδήποτε προσπάθεια διαχωρισμού των συμφερόντων τους κρύβει πολλές παγίδες. Μέχρι πέρυσι, η Άγκυρα και η Μόσχα κατόρθωσαν να αναπτύξουν σημαντικές εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις, παρ’ όλο που διαφωνούσαν σχετικά με τη συριακή κρίση. Η περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού μαχητικού έδειξε ότι τίποτα δε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Παρόμοια προβλήματα μπορεί να προκύψουν με το Ιράν αν οι Δυνάμεις Άγκυρας και Τεχεράνης ή οι προσκείμενες σε αυτές συγκρουσθούν τυχαία στη Συρία.

Υπάρχουν και άλλες λανθάνουσες προκλήσεις στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για την ειρηνική επίλυση της συριακής κρίσης. Αν υπάρξει συμφωνία που θα προβλέπει τη διατήρηση του καθεστώτος ASSAD, η Τουρκία μακροχρόνια δεν θα την τηρήσει πλήρως. Η Άγκυρα ενδέχεται να στηρίξει δημόσια τη συμφωνία αυτή, αλλά ταυτόχρονα θα εξακολουθήσει να εξοπλίζει τους αντάρτες, κάτι που θα εξοργίσει Τεχεράνη και Μόσχα. O ERDOGAN θα δυσκολευτεί να διακόψει πλήρως τη στήριξη που παρέχει στους παραστρατιωτικούς στη Συρία, που δεν ανήκουν στην «IS», ενώ την ίδια στιγμή βοηθά τις ΗΠΑ στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, δεδομένου ότι τόσο ο ίδιος όσο και το «ΑΚΡ» ισχυρίζονται ότι είναι πολιτικοί Ισλαμιστές και θεωρούν ότι η στήριξη των ισλαμιστών ανταρτών είναι σωστή πράξη. Αν η Washington δεν πείσει τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ να σταματήσουν τη χρηματοδότηση οργανώσεων της συριακής Αντιπολίτευσης και να αποδεχθούν πλήρως την ειρηνευτική συμφωνία, η Τουρκία είναι πιθανό να συνεχίσει να διοχετεύει όπλα και χρήματα σε παραστρατιωτικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων κάποιων εξτρεμιστικών φατριών. Η Σαουδική Αραβία θα αποδοκιμάσει την αμερικανο-ρωσική συμφωνία στη Συρία και θα την αντιμετωπίσει σαν μια ασυμφωνία παράδοσης της χώρας στην ιρανική/σιιτική σφαίρα επιρροής. Ακόμα και αν το Riyadh θα συναινούσε σε μια τέτοια συμφωνία, κάποια μέλη της σαουδαραβικής ελίτ πιθανότατα θα την απέρριπταν και θα εξακολουθούσαν να βοηθούν τους παραστρατιωτικούς κυρίως μέσω Τουρκίας. Μακροπρόθεσμα, αυτό φαίνεται να είναι η μεγαλύτερη απειλή στις ιρανο-τουρκικές σχέσεις.

Εκ των ανωτέρω φαίνεται πως η Τουρκία είναι επιφυλακτική με το Ιράν και τα σχέδιά του για την ευρύτερη περιοχή, αλλά επιθυμεί να αποκτήσει μια ρεαλιστική σχέση λόγω της ανάγκης για οικονομική συνεργασία κυρίως στον τομέα της ενέργειας. Στην πρόσφατη ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Η.Ε., ο ERDOGAN αναφέρθηκε σε μια ασφαλή ζώνη στη Βόρεια Συρία 5.000 τ.χλμ., που είναι πολύ μεγαλύτερη από τα 1.000 τ.χλμ. στα σύνορα που ελέγχει η Τουρκία και οι προσκείμενες σε αυτήν παραστρατιωτικές οργανώσεις. Το Ιράν και η Ρωσία είναι απίθανο να αποδεχθούν τη ζώνη αυτή, ενώ την ίδια στιγμή η δέσμευση του ASSAD για ανακατάληψη όλης της συριακής επικράτειας συγκρούεται με τις τουρκικές δηλώσεις ως προς την υλοποίησή της. Πολύ σύντομα, η βιωσιμότητα της αναθέρμανσης των σχέσεων της Τουρκίας και του Ιράν θα εξαρτηθεί, αφενός από τον βαθμό στον οποίο μπορούν να αποτρέψουν ένα παρόμοιο σενάριο, με αυτό του περασμένου Νοεμβρίου με τη Ρωσία (την τουρκική κατάρριψη ρωσικού μαχητικού α/φους) και αφετέρου από το αν η Άγκυρα μπορεί να αντέξει την πίεση της Σαουδικής Αραβίας για την ενίσχυση των τζιχαντιστών που πολεμούν τον ASSAD.

«JAYSH AL MUKHTAR»: η «Ιρακινή HEZBOLLAH».

Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων εβδομάδων, τα εναπομείναντα 280 μέλη της οργάνωσης «People’s Mujahedin Organization» (MEK), που εδρεύει στο Ιράκ, έχουν μετακινηθεί στην Αλβανία. Τούτο έρχεται να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα εκεί μέλη της οργάνωσης τα οποία έχουν ξεπεράσει τα 1000, σε μία κίνηση εξυπηρέτησης των ΗΠΑ από τα Τίρανα. Άλλωστε το ΜΕΚ ειχε χρησιμοποιηθεί από τις ΗΠΑ στην καταπολέμηση του Ιράν και των σιιτικών δυνάμεων που ελέγχονταν από την Τεχεράνη. Ωστόσο με την αναχώρηση τους προέκυψε ένα καίριο ερώτημα! Τι απέγινε η «JAYSH AL MUKHTAR» ή αλλιώς «Στρατός MUKHTAR», δηλαδή η σιιτική αντίπαλη οργάνωση μαχητών που ελέγχονταν από το Ιράν και μάχονταν στην ιρακινή επικράτεια εναντίον του, τότε φίλου των ΗΠΑ, Saddam; Αναφορά στην οργάνωση «JAYSH AL MUKHTAR» έγινε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2013, όταν ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση με όλμους εναντίον του στρατοπέδου «Liberty» στη Βαγδάτη, στο οποίο ήταν εγκατεστημένα τα μέλη της «ΜΕΚ», 7 εκ των οποίων σκοτώθηκαν κατά την επίθεση. Η «JAYSH AL MUKHTAR» πήρε το όνομά της από τον MUKHTAR AL THAQAFI, ήρωα του 7oυ αιώνα. Επικεφαλής της οργάνωσης είναι ο WATHIQ AL BATTAT, κληρικός από την ιερή ιρακινή πόλη Najaf. H παραπάνω οργάνωση διατείνεται πως έχει σκοπό να βοηθήσει την Κυβέρνηση στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στην πάταξη της «AL QAEDA». Τα τελευταία χρόνια ίσως να την έχετε δει να αναφέρεται και ως «Ιρακινή HEZBOLLAH».

Κάποιοι στο Ιράκ κατηγόρησαν την οργάνωση ότι σχηματίσθηκε στο Ιράν, μια κατηγορία που δεν ήταν αβάσιμη. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξης που παραχώρησε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο «ΑΡ», λίγο μετά την επίθεση τον Φεβρουάριο του 2013, ο AL BATTAT περιέγραψε τον εαυτό του ως οπαδό του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, AYATOLLAH KHAMENEI. Επίσης, δήλωσε ότι η οργάνωσή του λάμβανε οπλισμό από το Ιράν και έχαιρε της στήριξης της Τεχεράνης. Σε μια άλλη συνέντευξή του, τον Οκτώβριο του 2013, ο AL BATTAT είχε δηλώσει ότι σε περίπτωση που ξεσπούσε πόλεμος μεταξύ του Ιράν και του Ιράκ, εκείνος θα συντασσόταν στο πλευρό της Τεχεράνης. «Είμαι ένας πεζικάριος του KHAMENEI» είχε δηλώσει με υπερηφάνεια. Σύμφωνα με αναφορές, οι σχέσεις του AL BATTAT με το Ιράν άρχισαν πριν από δύο δεκαετίες. Το 1998, ο AL BATTAT εισήλθε κρυφά στο Ιράν με πρόθεση να έρθει σε επαφή με τις Υπηρεσίες Ασφαλείας και τις στρατιωτικές Υπηρεσίες της Τεχεράνης. Στη συνέχεια, ταξίδεψε στην ιερή πόλη Qom, όπου γνώρισε το ισλαμικό κόμμα «DAWA», μια ιρακινή οργάνωση που τασσόταν κατά του SADDAM HUSSEIN και δραστηριοποιούνταν στο Ιράν. Το κόμμα τον έστειλε στο στρατόπεδο εκπαίδευσης που διατηρούσε για τα μέλη του, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοδυτική Επαρχία του Khuzestan, στα σύνορα με το Ιράκ, όπου διαβιεί το μεγαλύτερο μέρος της αραβικής εθνοτικής μειονότητας του Ιράν. Απέδειξε ότι μάθαινε γρήγορα και σύντομα διορίστηκε Δκτής Ταξιαρχίας.

Η «People’s Mujahedin Organization» (MEK) είχε παίξει ρόλο στην ανατροπή του Σάχη, αλλά απέτυχε με τον AYATOLLAH KHAMENEI και τους υποστηρικτές του μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Λίγο καιρό αφότου ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ Ιράν-Ιράκ, το 1980, η οργάνωση επιβεβαίωσε την εχθρική της στάση, μετακινώντας την έδρα της στο Ιράκ και τασσόμενη στο πλευρό του SADDAM HUSSEIN κατά του Ιράν. Ενώ ο AL BATTAT ήταν στο Ιράν, η ιρακινή Κυβέρνηση συνέλαβε τον αδελφό του. Τότε εκείνος ζήτησε να σταλεί στο Ιράκ προκειμένου να συμμετάσχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εκεί. Η αποστολή του ήταν να πλήξει τη «ΜΕΚ» στο Ιράκ, αλλά σύντομα οι ιρακινές Μυστικές Υπηρεσίες τον αναγνώρισαν και τον καταδίκασαν, ερήμην, σε θάνατο. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ιράν. Αυτή τη φορά εγκαταστάθηκε στην Τεχεράνη και εγγράφηκε σε ένα πρόγραμμα πτυχίου Master στις στρατιωτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης. Στην Τεχεράνη άρχισε να συνεργάζεται με την οργάνωση «BADR», τη στρατιωτική πτέρυγα του «Ανώτατου Συμβουλίου της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράκ» (SCIRI), που εδρεύει στο Ιράν. Είχε σταλεί στο Ιράκ για να δολοφονήσει τον Στγό ALI HASSAN AL MAJID, o οποίος ήταν εξάδελφος του SADDAM HUSSEIN, και έγινε γνωστός ως «Χημικός ALI». Ωστόσο, ο AL BATTAT και δύο σύντροφοί του συνελήφθησαν από τις Αρχές για παράνομη είσοδο στο Ιράκ. Τη στιγμή της σύλληψής τους έφεραν πλαστά έγγραφα και η Αστυνομία δεν αναγνώρισε τον AL BATTAT ως τον άνθρωπο που είχε καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο. Τον εξέλαβαν ως λαθρέμπορο. Καταδικάστηκε σε 20 μήνες φυλάκισης, ποινή την οποία εξέτισε και στη συνέχεια επέστρεψε στο Ιράν.

Μετά την επιστροφή του διορίστηκε ανώτατος Δκτής της οργάνωσης «BADR». To 2002, ίδρυσε τη δική του στρατιωτική οργάνωση, την οποία ονόμασε «SAROLLAH». Στη συνέχεια, ακολούθησε η αμερικανική εισβολή και κατοχή του Ιράκ. Ο AL BATTAT μετακίνησε την οργάνωσή του στο Ιράκ και εντάχθηκε στους κόλπους του «Στρατού Mahdi», του οποίου ηγείται ο αντι-αμερικανός Σιίτης κληρικός MUQTADA AL SADR. To 2006, ο AL BATTAT ταξίδεψε στον Λίβανο όπου εμπνεύστηκε από τη λιβανέζικη «HEZBOLLAH». Με την επιστροφή του στο Ιράκ, ο AL BATTAT και άλλοι ανακοίνωσαν την ίδρυση της «Ιρακινής HEZBOLLAH». Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι εσωτερικές διαφορές οδήγησαν την οργάνωση στη διάσπασή της. Στη συνέχεια, ήρθε η δημιουργία της οργάνωσης «JAYSH AL MUKHTAR», η οποία ως έμβλημά της υιοθέτησε ένα σύμβολο που έμοιαζε πολύ με αυτό της «HEZBOLLAH» του Λιβάνου. Λίγο αργότερα, η οργάνωση εξαπέλυσε επίθεση κατά του στρατοπέδου Liberty. Εκείνη την εποχή, τα συντηρητικά ιρανικά ΜΜΕ μετέδωσαν ότι η επίθεση αποτελούσε αντίποινα για τη σφαγή Ιρακινών Σιιτών από τις Δυνάμεις του SADDAM HUSSEIN και τα μέλη της «ΜΕΚ», το 1991. Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση κατά του στρατοπέδου διεξήχθη από το ιρανικό καθεστώς με τη συνεργασία της ιρακινής Κυβέρνησης. Ο AL BATTAT ήταν μέρος αυτού του τρομοκρατικού μηχανισμού

Ο AL BATTAT, ωστόσο, δεν ήταν ικανοποιημένος από το γεγονός ότι διαδραμάτιζε ελάσσονα ρόλο στις εξελίξεις. Σε συνεντεύξεις που παραχώρησε μετά την επίθεση, ο ίδιος έκανε αναφορά για «έναν Στρατό που αποτελείται από 1 εκατ. Σιίτες», στον οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είχαν ενταχθεί και κάποια μέλη του «Στρατού MAHDI» του MUQTADA AL SADR. O εν λόγω ισχυρισμός, ωστόσο, διαψεύστηκε από τον «Στρατό MAHDI». Επιπλέον, ο AL BATTAT κόμπαζε ότι ο Στρατός του επρόκειτο να κατακτήσει τη Σαουδική Αραβία. Ο AL BATTAT απείλησε τους αντιπάλους του, τότε, Ιρακινού Πρωθυπουργού, NURI AL MALIKI, δηλώνοντας στο ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «FARS» ότι διέθετε 23.000 εκπαιδευμένους στρατιώτες, που ήταν «έτοιμοι να πλήξουν αμερικανικά συμφέροντα σε οποιαδήποτε περιοχή στον Περσικό Κόλπο». Αυτές ήταν μεγάλες αξιώσεις, συνήθεις για την κουλτούρα των υπερφίαλων παραγόντων της Μ. Ανατολής, αλλά είναι αλήθεια ότι ο AL BATTAT κατέβαλλε προσπάθειες προκειμένου να πραγματοποιήσει όσες επιχειρήσεις μπορούσε. Τον Νοέμβριο του 2013, o «Στρατός MUKHTAR» πραγματοποίησε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός σαουδαραβικού συνοριακού φυλακίου, κοντά στα ιρακινά σύνορα, χωρίς ωστόσο να προκαλέσει ζημιές. Στόχος ήταν να στείλουν στους Σαουδάραδες ένα μήνυμα προειδοποίησης, ότι οι μεθοριακοί τους σταθμοί και οι περίπολοί τους βρίσκονται εντός της εμβέλειας των πυρών της σιιτικής οργάνωσης. O AL BATTAT είχε προσθέσει ότι επιθυμία της πολιτοφυλακής του ήταν να σταματήσει το Riyadh από τις παρεμβάσεις στις υποθέσεις του Ιράκ, δηλώνοντας επιπλέον ότι ήταν εξοργισμένος με τους Σαουδάραβες και τους κατοίκους του Κουβέιτ, οι οποίοι είχαν προσβάλει την κόρη του Προφήτη Μωάμεθ. Στο σημείο αυτό πλέον διαφαίνεται και ο απαραίτητος γεωθρησκευτικός παράγοντας που ισχύει στην περιοχή της Μ. Ανατολής. H επίθεση κατά σαουδαραβικού εδάφους ήταν «η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι». Η ιρακινή Κυβέρνηση έδωσε εντολή για τη σύλληψη του AL BATTAT, ο οποίος φυλακίσθηκε μεν, αλλά όχι για πολύ. Προφανώς και η, φερόμενη από σιιτικά συμφέροντα, ιρακινή κυβέρνηση επιχείρησε να κατευνάσει τις αντιδράσεις της Διεθνούς Κοινότητας, η οποία με τη σειρά της ήθελε να εξυπηρετήσει το κοινό αίσθημα του Οίκου των Saud.

Στη συνέχεια, υπήρξαν αντικρουόμενες αναφορές σχετικά με τον AL BATTAT. Τον Δεκέμβριο του 2014, ιρανικά ΜΜΕ άρχισαν να μεταδίδουν ότι είχε σκοτωθεί. Αρχικά, ο θάνατός του αποδόθηκε σε ένοπλη σύγκρουση με «τρομοκράτες», αλλά μετέπειτα υπήρξαν ισχυρισμοί ότι είχε σκοτωθεί από έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετηθεί στο κράσπεδο δρόμου από πράκτορες της Σαουδικής Αραβίας. O ιστότοπος «MASHREGH NEWS» ανάρτησε ακόμη και μια φωτογραφία στην οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, απεικονιζόταν η σορός του AL BATTAT. Μία ημέρα αργότερα, τα δελτία ειδήσεων μετέδωσαν ότι οι φήμες για τον θάνατο του AL BATTAT ήταν τελείως αβάσιμες. Ένας ιρανικός ιστότοπος μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο AL BATTAT δεν βρισκόταν καν στο Ιράκ τη στιγμή που υποτίθεται ότι σκοτώθηκε. Στις 5 Ιουλίου 2015, το επίσημο ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «FARS», το οποίο νωρίτερα είχε αναφέρει ότι ο AL BATTAT είχε γίνει «μάρτυρας», δημοσίευσε άρθρο στο οποίο αποκαλυπτόταν ότι ο AL BATTAT είχε θεαθεί σε παρέλαση για τον εορτασμό της «Ημέρας Quds» στην πόλη Mashhad και ότι είχε συμμετάσχει στην προσευχή της Παρασκευής, μετά την εν λόγω παρέλαση.

Λίγο μετά την επανεμφάνιση του AL BATTAT, ο «Στρατός MUKHTAR» οργάνωσε άλλη μία επίθεση κατά του στρατοπέδου Liberty, τον Οκτώβριο του 2015. Αυτή τη φορά χρησιμοποίησε ρουκέτες, αντί για όλμους, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οργάνωση είχε προμηθευτεί καλύτερο εξοπλισμό. Από την επίθεση σκοτώθηκαν 25 μέλη της «ΜΕΚ» και τραυματίσθηκαν 200. «Είχαμε προειδοποιήσει τα μέλη αυτής της τρομοκρατικής οργάνωσης να εγκαταλείψουν το Ιράκ το συντομότερο δυνατόν. Αν δεν το πράξουν, θα υπάρξουν περισσότερες ανάλογες επιθέσεις» δήλωσε ο AL BATTAT, σύμφωνα με το ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «FARS». Σε αυτό το σημείο ήρθε και η εμπλοκή των ΗΠΑ, που εξασφάλισαν την αποχώρηση των μελών της ΜΕΚ, προκειμένου η ιρακινή HEZBOLLAH να συνεχίσει απρόσκοπτα την προώθηση προς τη Μοσσούλη. Ωστόσο, λίγο αργότερα, τα συντηρητικά ΜΜΕ στο Ιράν σιώπησαν επί του θέματος και μόλις και μετά βίας αναφέρονταν στον AL BATTAT ή τον «Στρατό MUKHTAR». Tov Ιούνιο του 2016, το ιρανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «MEHR» δημοσίευσε ένα άρθρο σχετικά με τις «Λαϊκές Δυνάμεις Κινητοποίησης» στο Ιράκ, μια συμμαχία σιιτικών παραστρατιωτικών Δυνάμεων που αγωνίζονταν κατά της «IS». Στο εν λόγω άρθρο, ο «Στρατός MUKHTAR» αναφερόταν ως μια μικρή οργάνωση, όταν λίγα χρόνια νωρίτερα, ο AL BATTAT κόμπαζε για τον Στρατό «του ενός εκατομμυρίου ανδρών».

Γιατί, λοιπόν, το ιρανικό καθεστώς υποβαθμίζει τον «Στρατό MUKHTAR»; H πιο πιθανή απάντηση είναι ότι η οργάνωση αρχικά δημιουργήθηκε για να βλάψει τη «ΜΕΚ», και τώρα που όλα της τα μέλη έχουν εγκαταλείψει το Ιράκ, ο AL BATTAT και η οργάνωσή του δεν είναι πλέον χρήσιμοι. Δεδομένου ότι ο AL BATTAT έχει αποδείξει πως συμπεριφέρεται απρόβλεπτα, φέρνοντας σε δύσκολη θέση ακόμα και τους Σιίτες συμμάχους του Ιράν, στο Ιράκ, ίσως έχει φθάσει η κατάλληλη στιγμή για τα ισχυρά άτομα και ιδρύματα στην Τεχεράνη να αποστασιοποιηθούν από τον AL BATTAT και τον «Στρατό» του. Από την άλλη δε θα πρέπει να διαφεύγει από την προσοχή μας ότι το Ιράν, το τελευταίο χρονικό διάστημα, επιχειρεί να δείξει ένα πιο κοσμικό και αποδεκτό, από τη Δύση, πρόσωπο, προκειμένου να μην επιστρέψουν οι κυρώσεις, να υπογραφούν εμπορικές συμφωνίες δισεκατομμυρίων, να ολοκληρωθεί η αναδόμηση και εκσυγχρονισμός υποδομών και στρατού και να απομονώσει διπλωματικά το αντίπαλο δέος του Riyadh το οποίο εμμένει στην πυρινη ρητορική του εναντίον της Τεχεράνης. Από την άλλη πλευρά, τα ανωτέρω δε σημαίνουν ότι το Ιράν άλλαξε και έφτασε στο άλλο άκρο. Παραμένει ένα θεοκρατικό κράτος, το οποίο δείχνει ένα ανθρώπινο προσωπείο προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του. Οι εντάσεις μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας δεν παύουν να κλιμακώνονται. Έτσι, δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν στο εγγύς μέλλον ο «Στρατός MUKHTAR» -ή κάτι παρόμοιο- «αναστηθεί» και αναλάβει το έργο της αντιμετώπισης των Σαουδαράβων και των σουνιτικών συμμάχων τους στο Ιράκ.

Γεώργιος Αϊβαλιώτης Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας
http://www.geopolitics.com.gr/

No comments :

Print Friendly Version of this pagePrint Get a PDF version of this webpagePDF