01/12/2019

Περι Ιλλυρίας και Ιλλυρικής γλώσσας

Η Ιλλυρία, είναι περιοχή της δυτικής Βαλκανικής Χερσονήσου, τα όρια της οποίας δεν μπορούν να καθοριστούν με σαφήνεια καθώς οι Ιλλυριοί δεν είχαν σταθερή κοινωνική και πολιτική δομή. Ως πυρήνας πάντως της Ιλλυρίας, θεωρείται μια ευρεία παραλιακή ζώνη της Αδριατικής που τα ακρότατα όριά της, προσδιορίζονταν από την Ήπειρο προς νότο και τον ρου του Μοράβα και του μέσου Δούναβη προς τα βορειοανατολικά. Η ασάφεια αυτή των ορίων, έδωσε στη νεότερη εποχή σε διάφορες ομάδες και μεγαλοΐδεατικές τάσεις, αφορμές για πολιτική εκμετάλλευση. Οι πρώτοι του φύλου των Ιλλυριών, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κατά την 3η π.Χ. χιλιετία. Τις επόμενες χιλιετίες, ανέπτυξαν σχέσεις με τους κατοίκους της Κεντρικής Ευρώπης, τους Ετρούσκους, τους κατοίκους της υπόλοιπης Βαλκανικής αλλά και τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους οι οποίοι έλεγχαν τις θαλάσσιες οδούς του εμπορίου στα παράλια της Αδριατικής. Στους ιστορικούς χρόνους, τα πράγματα γίνονται ασαφή, καθώς οι πηγές παρέχουν ελάχιστα και αποσπασματικά στοιχεία. Κάποιοι δέχονται ότι οι Ιλλυριοί είχαν ενιαίο κράτος, άλλοι όμως όχι. Και αν όντως υπήρχε κράτος των Ιλλυριών, αυτό δεν μπορεί να τοποθετηθεί γεωγραφικά με απόλυτη ακρίβεια. Αόριστα αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς ως έδαφος του κράτους αυτού, την περιοχή του Ριζονικού Κόλπου και της Λαβεάτιδος λίμνης. Αγνοούνται επίσης η θέση και η ονομασία της πρωτεύουσας του ιλλυρικού κράτους. Αναφέρεται ανώνυμα, χωρίς όμως κανένα πρόσθετο στοιχείο που θα επέτρεπε τον εντοπισμό της.

Σημαντική ήταν στην ανάπτυξη της Ιλλυρίας, η παρουσία των ελληνικών πόλεων στις ακτές της ανατολικής Αδριατικής. Οι Έλληνες της Απολλωνίας, της Επιδάμνου και των βορειότερων πόλεων-εμπορικών σταθμών όπως Τραγύριον ή Τραγούριον (Tragir-Trak), Λισσός (Issa Vis-Lissa), Φάρος (Lessina-Stari Grand), Κέρκυρα Μέλαινα (Korcula-Curzola) Επέτιον (Stobrec, κοντά στο Spalato-Split), καθιστούν εντονότερη την παρουσία τους από τον 6ο π.Χ. αιώνα και διεισδύουν στα ενδότερα της χερσονήσου, φτάνοντας στην Παννονία και τη Δακία. Από τον 5ο–4ο π.Χ. αι., οι Ιλλυριοί εξελίσσονται σε μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Προβλήματα από αυτούς, αντιμετώπισαν κυρίως η Ήπειρος και η Μακεδονία. Ο Μέγας Αλέξανδρος τους κατατρόπωσε και τους υπέταξε. Αργότερα, οι Ιλλυριοί επικράτησαν των Αιτωλών, ενώ η βασίλισσα Τεύτα εισβάλει στη σπουδαία ηπειρωτική πόλη Φοινίκη (230 π.Χ.). Μετά από έκκληση των ελληνικών πόλεων, επεμβαίνουν οι Ρωμαίοι οι οποίοι υποτάσσουν τους Ιλλυριούς, που σιγά σιγά εξαφανίζονται από το προσκήνιο (και το παρασκήνιο) της ιστορίας…

Η αρχαιολογική σκαπάνη, δεν έχει ανακαλύψει ακόμα κανένα δείγμα κειμένου της ιλλυρικής γλώσσας. Στην περιοχή Πούκα της Αλβανίας, σε πρώιμο βυζαντινό νεκροταφείο της περιοχής, μεταξύ άλλων ευρημάτων, ανακαλύφθηκαν τρία δαχτυλίδια(*) με την επιγραφή ΚΕΒΟΗΘΗΑΝΝ (1898). Επειδή ο χώρος ανασκαφής βρίσκεται μεταξύ Σκούταρι-Σκόδρας και Χρυσόπολης, περιοχής ιλλυριόφωνης κατά την αρχαιότητα, η επιγραφή θεωρήθηκε για τουλάχιστον τριάντα χρόνια ιλλυρική. Τελικά, προς απογοήτευση των Αλβανών, μετά από συνεξέταση και συσχέτιση όλων των ευρημάτων στον ίδιο χώρο, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ελληνική επιγραφή των βυζαντινών χρόνων (6ος-7ος αι.), που αναγράφει: Κ(ύρι)ε βοήθη Άνν(α)! Αν και αρχαίοι συγγραφείς κάνουν λόγο για χρήση της (π.χ. Πολύβιος 2,6,4) από την Τεύτα, δεν είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται για την ελληνική γλώσσα που ομιλούνταν εκείνη την εποχή (β’ μισό 3ου π.Χ. αι.) έως τη Δακία.

Η ιλλυρική γλώσσα εντάσσεται στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ακριβέστερα στην ομάδα satem. Εκεί βασίζεται ιδιαίτερα ο αλβανικός ισχυρισμός ότι η αλβανική γλώσσα είναι συνέχεια της ιλλυρικής και συνεπώς οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Όμως, όπως τονίζουν διακεκριμένοι επιστήμονες, στην ίδια ομάδα satem ανήκουν η θρακική και η δακική γλώσσα. Η απουσία από την αλβανική γλώσσα όρων ιχθυωνυμικών και ναυτικής ζωής δεν συνηγορεί ούτε για την αυτοχθονία ούτε για την ιλλυρική τους καταγωγή. Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Γ. Λαζάρου, βαθύτατο γνώστη της ιστορίας των Βαλκανίων και ρωμανιστή «η κοιτίδα των Αλβανών τοποθετείται στην ενδοχώρα της Χερσονήσου του Αίμου και προς τον θρακοκρατούμενο χώρο. Η αλβανική γλώσσα ανάγεται στη θρακική ή σε ιλλυροθρακικό υπόστρωμα που σημαίνει και αντίστοιχη θέση της αρχικής πατρίδας των Αλβανών».

Τα ελληνικά φύλα της αρχαίας Ηπείρου
  • Ο Στράβων στο ονομαστό του βιβλίο ''Γεωγραφικά'' περιγράφει ότι οι ηπειρωτικές φυλές ήταν 11: 1) Μολοσσοί, 2) Αμφίλοχοι, 3)Αθαμάνες, 4)Αίθικες, 5)Τύμφαλοι, 6)Ορέσται, 7)Ατιντάνες, 8)Παρωραίοι ή Παραυαίοι, 9)Χάονες, 10)Κασσωπαίοι και 11) Θεσπρωτοί. 
  • Ο Θεόπομπος αναφέρει επιπλέον τρία: τους Κεστρινούς, τους Τριφύλες και τους Εθνέστες. 
  • Κατά άλλους ιστορικούς , τα φύλα που κατοικούσαν στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα ήταν περισσότερα καθώς αναφέρονται σε ψηφίσματα και νομίσματα αρκετά ακόμα. Με τις ανασκαφές στη Δωδώνη το 1953 βρέθηκε μια μαρμάρινη πλάκα που περιείχε δύο ψηφίσματα στα χρόνια του βασιλιά Νεοπτόλεμου (370-368 π.Χ.). Σ' αυτά αναφέρονται και άλλα ηπειρώτικα φύλα, τα οποία έζησαν απομονωμένα για πολλά χρόνια σε ορεινές περιοχές ή συγχωνεύτηκαν με τα μεγαλύτερα ηπειρωτικά φύλα, κυρίως των Μολοσσών. Αυτά ήταν: Οι Τάλαρες στην Πίνδο, οι Ονόπερνοι στη Θεσπρωτία, οι Όμφαλες στη Χαονία, οι Αμύμωνες στην Κασσωπία, οι Γενουαίοι στην Τύμφη (Γκαμήλα), οι Κέλαιθοι στην περιοχή της Θεσπρωτίας, οι Τριπολίτες επίσης στη Θεσπρωτία, οι Αρκτάνες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Πείαλες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Άβαντες στην περιοχή των εκβολών του Αώου, οι Αργυρίνοι στην περιοχή των Κεραυνίων, οι Δωδωναίοι, οι Ελεάτες, οι Έλινοι και οι Χειμέριοι φύλα της Θεσπρωτικής φυλής. 
  • Από τη μυθολογία και τις παραδόσεις των προϊστορικών χρόνων διασώθηκαν και τα ονόματά των παρακάτω φύλων. Οι Έλλοποι, οι Σελλοί και οι Ελλοί. Από κάποιους οι Σελλοί και οι Ελλοί που κατοικούσαν στην περιοχή της Δωδώνης ταυτίζονται. 
  • Αναφέρονται επίσης ως ηπειρωτικές φυλές οι Δρύοπες και οι Περραιβοί.
  • Αναφέρεται και η φυλή των Γραικών, το όνομα της οποίας δόθηκε από τους Ρωμαίους σε όλους τους Έλληνες αλλά είναι πανάρχαιο. Κατά τον Αριστοτέλη η φυλή των Γραικών είναι ελληνική από τους χρόνους του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα. Η φυλή των Γραικών κατοικούσε κατά τους μυθικούς χρόνους στην Ήπειρο γύρω από τη Δωδώνη ως την περιοχή του Αχελώου. Από τα 14 κυριότερα ελληνικά φύλα που ζούσαν στην Ήπειρο τα σημαντικότερα ήταν οι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Χάονες. 
  • Σε ένα τμήμα της Βορείου Ηπείρου κατοικούσαν και οι Ατιντάνες. Συγκεκριμένα ζούσαν στην περιοχή του Πωγωνίου (ορισμένα χωριά του οποίου δόθηκαν κατά απαράδεκτο τρόπο στην Αλβανία, και με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε στο μέλλον). 
  • Στο μεγαλύτερο όμως κομμάτι της Βορείου Ηπείρου κατοικούσαν οι Χάονες.Η φυλή των Χαόνων ζούσε στο βορειοδυτικό τμήμα της σημερινής Βορείου Ηπείρου όπως ορίζεται από τον ποταμό Πόβλα στις νοτιοδυτικές ακτές ,που πηγάζει από το όρος Μουργκάνα (στη σημερινή ελληνοαλβανική μεθόριο) και τον ποταμό Αώο τις βόρειες ακτές. Περιλαμβάνει την εδαφική έκταση των επαρχιών Δελβίνου, Χιμάρας και Αυλώνα της σημερινής Αλβανίας. Κατείχε ακόμα και την εδαφική έκταση της περιοχής γύρω από τους Φιλιάτες της Θεσπρωτίας της αρχαίας Κεστρίνης. Κυριότερες πόλεις των Χαόνων ήταν οι εξής: Το Βουθρωτό, η αρχαιότερη πόλη της Χαονίας ο Ογχησμός ή Αγχίασμος (σημ. Άγιοι Σαράντα), η Φοινίκη, πρωτεύουσα της Χαονίας, ο Ωρικός, λιμάνι στον Κόλπο του Αυλώνα, η Αμαντία, ανατολικά του Κόλπου του Αυλώνα, στη μέση της κοιλάδας των ποταμών Αώου και Σιούσιτσα, στο σημερινό χωριό Πλιότσα και η Αντιγόνεια, ανατολικά του Αργυρόκαστρου στη δεξιά όχθη του ποταμού Δρίνου, στο χωριό Γέρμα.

Η αλβανική Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι οργανωμένη από το 1976 υπό το Κέντρο των Αρχαιολογικών Ερευνών των Τιράνων που υπάγεται στην Ακαδημία των Επιστημών και είναι αρμόδιο για την αρχαιολογική έρευνα και τα μουσεία σε όλη τη χώρα. Διαιρείται σε τρία τμήματα: Α) Προϊστορικό, β) Ιλλυρικό και γ) Μεσαιωνικό. Οι ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες, φυλάσσονται στο «Ιλλυρικό» τμήμα και οι χριστιανικές στο «Μεσαιωνικό». Το κέντρο ενδιαφέροντος του αλβανικού κράτους είναι η εθνογένεση των Ιλλυριών και επίσης «το πρόβλημα της συνέχειας Ιλλυριών και Αλβανών» τους οποίους η επίσημη αλβανική θέση, θεωρεί αυτόχθονες από την εποχή του Χαλκού (2.000 π.Χ.). Από το 1973 ως το 1983 Αλβανοί αρχαιολόγοι (ανάμεσά τους και Βορειοηπειρώτες), έκαναν ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της χώρας που χαρακτηρίζονται «ιλλυρικές». Τα ευρήματα των ανασκαφών αυτών ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνικά.

Ας δούμε συνοπτικά μερικά απ’ αυτά.
  1. Στην περιοχή Σκόδρας (ανασκαφές Α. Κοka 1980 και 1983), τα προϊστορικά ευρήματα παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που παρατηρούνται στο Αιγαίο, ενώ τα ευρήματα των πλούσιων τάφων του 6ου-5ου π.Χ. αι., περιείχαν αρχαϊκά ελληνικά αγγεία και ποικίλα κοσμήματα.
  2. Στην περιοχή του ποταμού Ματ (ανασκαφές D. Kurti 1975, 1978 και 1980), ανάμεσα στα ποικίλα ευρήματα των πολυάριθμων ταφικών τύμβων, ξεχωρίζουν μυκηναϊκής εποχής ξίφη και εγχειρίδια τύπου γνωστού από την περιοχή του Αιγαίου.
  3. Στο Δυρράχιο, την αρχαία ελληνική αποικία Επίδαμνο, βρέθηκαν πολυάριθμα κτερίσματα σε 135 τάφους, μεταξύ των οποίων κοσμήματα και πήλινα αγγεία κορινθιακής και ιωνικής τεχνοτροπίας. Νοτιοανατολικά του Δυρραχίου, βρέθηκε μεγαλοπρεπής βασιλική με ναό του αρχάγγελου Μιχαήλ, που αναφέρει η Άννα Κομνηνή. Νοτιοδυτικά του ποταμού Γενούσου, συνεχίστηκαν οι ανασκαφές (N. Ceka, 1973-1974) και βρέθηκαν κορινθιακά και πλήθος άλλων αγγείων.
  4. Στην περιοχή του Φίερι, όπου βρισκόταν η αρχαία ελληνική πόλη Βύλλις, αποκαλύφθηκε αρχαίο θέατρο του 3ου π.Χ. αιώνα και μέρη σταδίου. Επειδή η διάταξη του θεάτρου και του σταδίου, θυμίζει τη Δωδώνη στους Αλβανούς αρχαιολόγους, στις θεωρίες τους η Δωδώνη… γίνεται ιλλυρική!
  5. Σημαντικά είναι τα ευρήματα στην αρχαία Απολλωνία, που την καθιστούν την σημαντικότερη από τις 30 Απολλωνίες του αρχαίου κόσμου.
  6. Στην περιοχή του Βερατίου, ανασκάφηκαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις Αντιπάτρεια (H. Spahin 1973-78) και Διμάλλη. Στην Αντιπάτρεια, τα πρώτα ευρήματα χρονολογούνται από τον 6ο π.Χ. αι. Η νεότερη πόλη, χτισμένη από τον Πύρρο, χαρακτηρίζεται από τους Αλβανούς «Illyrian/Albanian City».
  7. Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, έχουμε επίσης από τις περιοχές του Πόγραδετς, της Κορυτσάς, της Κολόνιας, της Πρεμετής, των Αγίων Σαράντα, και φυσικά του Βουθρωτού και της Φοινίκης, με τα οποία θα επανέλθουμε, αν χρειαστεί.
  8. Και τέλος, οι ανασκαφές κοντά στο Αργυρόκαστρο, αποκάλυψαν τη θέση της Αντιγόνειας, πόλης που ιδρύθηκε από τον Πύρρο.
  9. Είναι χαρακτηριστικό επίσης, ότι σε πολλά αγάλματα και άλλα ευρήματα, είχαν χρησιμοποιηθεί παριανά μάρμαρα, δείγμα και αυτό της ελληνικότητας των ευρημάτων.

Παρά τις προσπάθειες των Αλβανών να εμφανιστούν ως πανάρχαιοι κάτοικοι της περιοχής όπου ζουν σήμερα, κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά. Και αν ζούσαν στη σημερινή Αλβανία από την αρχαιότητα, γιατί δεν υπάρχουν, έστω ελάχιστα εργαλεία, αγάλματα κλπ., που να φέρουν την σφραγίδα τους; Με το να βαφτίζονται «ιλλυρικά-αλβανικά», τα αρχαία ελληνικά ευρήματα, προκαλείται απλώς μια θυμηδία στους σοβαρούς, και όχι τους κατευθυνόμενους, επιστημονικούς κύκλους. Έτσι, η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία γι’ αυτούς, προέρχεται από την Άννα Κομνηνή (11ος-12ος αι.), όταν αναφέρεται όπου αναφέρεται ο «κομισκόρτης ο εξ Αρβάνων». Και περιμένουμε, με πραγματικό ενδιαφέρον, οποιαδήποτε αντίθετη τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη, για όσα γράψαμε…

(*) [Κάτι ανάλογο συνέβη με το, λεγόμενο, δαχτυλίδι του Εζέροβο, που ανακαλύφθηκε το 1912, στο βορειότερο τμήμα της αρχαίας Θράκης, μεταξύ Χάσκοβο και Φιλιππούπολης στη Βουλγαρία. Αρχικά, υποστηρίχθηκε ότι το αρχαίο κείμενο που είναι χαραγμένο στην πλάκα χρυσού, είναι δείγμα αρχαίας σλαβικής ή βουλγαρικής γλώσσας. Τόσο όμως Έλληνες (Κ. Κουρτίδης, Μ. Αποστολίδης) όσο και ξένοι επιστήμονες (Merlingen, Ribezzo, Seure, Kretschumer), απέρριψαν κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή. Ο κορυφαίος Έλληνας γλωσσολόγος, κύριος Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, σε δημοσίευσή του με τίτλο «Παρατηρήσεις στην Επιγραφή του Εζέροβου») περιοδικό «Θρακικά Χρονικά», τ. 34, σελ. 88-89, 1978), όσο και ο διαπρεπής συνάδελφός του, πανεπιστημιακός Χαράλαμπος Σπυρίδης, απέδειξαν ότι όσα γράφονται στο δαχτυλίδι αποτελούν μια αρχαία εκδοχή της ελληνικής γλώσσας. Μάλιστα, ο κύριος Σπυρίδης, μετά από 25 χρόνια ερευνών, παρουσίασε το 2014, εμπεριστατωμένη μελέτη σύμφωνα με την οποία το δαχτυλίδι του Εζέροβο χρονολογείται από το 403 π.Χ., το φορούσε κάποιος ιερέας των Καβείρων και πιθανότατα, όσα αναγράφονται σ’ αυτό να είναι μια σειρά από νότες που δίνουν μια αρχαία θρακική μελωδία…]

Πηγές:
  • ΦΩΤΙΟΣ Μ. ΠΕΤΣΑΣ, «ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΜΙΑΧ, ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1993.
  • ΚΩΣΤΑ Ν. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1995
  • ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ», λήμματα «Ιλλυρία», «Ιλλυρική γλώσσα», του διακεκριμένου Βαλκανιολόγου-Ρωμανιστή Αχιλλέα Γ. Λαζάρου.
Μιχάλης Στούκας

2 comments :

  1. Μέσα σε ένα χρόνο έμαθα περισσότερα, διαβάζοντας εσένα, από όσα έμαθα από τότε που συνδέθηκα στο ίντερνετ, διαβάζοντας όλους τους άλλους. Μακάρι να σε είχα ανακαλύψει νωρίτερα.

    ReplyDelete
  2. https://www.triklopodia.gr/%ce%b5%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b5-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%b2%ce%b5%ce%bd%ce%b5%cf%84%ce%af%ce%b1-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b7%cf%84/

    ReplyDelete