"Ψώρα, φυματίωση και χολέρα. Τρεις ξεχασμένες ασθένειες, αντιμετωπίσιμες μεν, εξαιρετικά επικίνδυνες δε, ήρθαν ξανά στο προσκήνιο προσβάλλοντας παιδιά και ενήλικες. Πρώτη εμφάνιση έκαναν η φυματίωση και η ψώρα, ενώ ακολούθησε και η χολέρα σε κέντρα κράτησης, φυλακές, κρατητήρια, σχολεία και στο προσωπικό που παραλάμβανε καθημερινά τους αναρίθμητους λαθρομετανάστες που εισέβαλαν στην Ελλάδα. Οι πραγματικοί πρόσφυγες ήταν ελάχιστοι, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της κυβέρνησης να πείσει για το αντίθετο, φοβούμενη τις αντιδράσεις του λαού που την είχε εμπιστευθεί και ψηφίσει. Θυμάμαι ήταν 2015 όταν η Παλιά Ελλάδα άρχισε να σαπίζει από την ασθένεια, την βρωμιά, τον υπερπληθυσμό από τους αλλόφυλους και αλλόθρησκους. Η μάνα μου βέβαια θεωρούσε πάντα ότι αυτό είχε ξεκινήσει από το 1990, πολύ πριν γεννηθώ, πολύ πριν γεννηθεί καν η ίδια. Η μάνα μου, πρόλαβε να ζήσει 20 ολόκληρα χρόνια στην Παλιά Ελλάδα. Ήταν καθαρής φυλής, με ρίζες από την Σπάρτη, από την πλευρά του μπαμπά της, του παππού μου δηλαδή, Γεωργίου Αρτινάκη και τη λέγανε Μυρσίνη. Έξυπνη, με ύφος και πνεύμα, γεννηθείσα το 1998 πίστευε μέχρι που πέθανε, ότι η γενιά της θα έκανε την αλλαγή. Η χιλιετία του 2000 και η βάφτιση της, είχαν γιορτασθεί με δώρα και φαγητό στο Ξηροκάμπι, το χωριό του παππού. Μια δεκαετία μετά, ο πατέρας της πέθανε βαθιά ταλαιπωρημένος από καρκίνο και η μητέρα μου μετακόμισε μόνιμα από τη Σπάρτη στην Αθήνα με μια κουρασμένη, κλινικά καταθλιπτική χήρα μητέρα, που πλέον για να συντηρούνται δυο στόματα και ένα διαμέρισμα, δούλευε σαν το σκυλί. Η γιαγιά μου ήταν περίεργος και πολύπλοκος άνθρωπος, αλλά όχι ευφυής. Ήταν δειλή και μαζεμένη, μιλούσε σπάνια, και δυστυχώς σκεφτόταν σπανιότερα. Η μοναξιά και η ζωή στην Αθήνα την μαράζωσαν και την έριξαν στην τρέλα μέσα σε λίγα χρόνια μόνο. Η μάνα μου έζησε την εφηβεία της πνιγμένη από φωνές, μανιοκαταθλιπτικά επεισόδια, χάπια και αλκοόλ. Όταν πλέον η γιαγιά μου εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική, η μητέρα μου ήταν έτοιμη για σπουδές. Πέρασε στο τμήμα της Φιλοσοφικής, δούλευε σε κάποια μικροεπιχείρηση για ψίχουλα και προσπαθούσε να ισορροπήσει την πληγωμένη της ψυχολογία με τις ευθύνες της επιβίωσης. Κάπου εκεί γνώρισε τον πατέρα μου.
Το 2015 η χώρα βρισκόταν ήδη σε 5 χρόνια συνεχόμενης οικονομικής κρίσης. Τα πράγματα φαίνονταν δυσοίωνα για τον ελληνικό λαό, η φορολογία γονάτιζε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους πολίτες, ενώ ο δημόσιος τομέας αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Ο λαός οδηγήθηκε σε εκλογές μετά από την πλήρη διαφωνία των Ελλήνων βουλευτών για την ψήφιση Προέδρου της Δημοκρατίας και για μια ακόμα φορά έπραξε άδικα και τιμωρητικά. Η νέα κυβέρνηση έριξε σε βαθύτερο βούρκο την οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Άστεγοι Έλληνες, πεινασμένα παιδιά, υπογεννητικότητα και αναρίθμητες ασθένειες έκαναν την εμφάνιση τους, τους πρώτους μόλις μήνες του 2015. Η κυβέρνηση αρνούνταν κατηγορηματικά να υποχωρήσει από την θέση της και να αφήσει κάποιον ικανότερο να διοικήσει οδηγώντας τους Έλληνες σε απελπισία και απεγνωσμένες κινήσεις. Ταυτόχρονα, η χώρα πνιγόταν από ανθρώπους που έμπαιναν ανεξέλεγκτα από τα σύνορα, ανθρώπους από τριτοκοσμικές χώρες με μεσαιωνικές κουλτούρες και πιστεύω. Η κυβέρνηση δήθεν για να αντιμετωπίσει τα μεταναστευτικά κύματα και την έλλειψη πόρων, αποφάσισε εν μία νυκτί να νομιμοποιήσει όλο τον ξένο πληθυσμό που πατούσε ελληνικά εδάφη, ασχέτως ηλικίας, ποινικού μητρώου και χώρα προελεύσεως. Όλους. Εγκληματίες, βιαστές, ασθενείς, ορφανά παιδιά, μολυσμένες πόρνες, εξτρεμιστές μουσουλμάνους... Όλοι απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια και υπηκοότητα βάση ενός διεστραμμένου σχεδίου να επιπλεύσει λίγο ακόμα η αριστερά της Παλιάς Ελλάδας. Πριν προλάβουν να μεταδώσουν τα νέα στο λαό, η Ευρώπη είχε σφραγίσει και αμπαρώσει τα σύνορα της, ως μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο όσο προσπαθούσε να εξοστρακίσει την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, ασταμάτητα πλοιάρια μισθωμένα από την Τουρκία πλησίαζαν απειλητικά τα σύνορα μας, φορτωμένα μόνο με άντρες. Σίγουρα κάποιος έπρεπε να το είχε υποψιαστεί, κάποιος θα το είχε καταλάβει ότι η Ελλάδα αποικιζόταν με αλλόθρησκο και αλλόφυλο στρατό! Μας έστελναν στρατό και κανείς δεν έκανε τίποτα γι'αυτό. Αντ' αυτού μας ...αφόπλιζαν και κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έβγαλε μιλιά, ούτε Έλληνας, ούτε ξένος. Τα ξημερώματα της 8ης Οκτωβρίου 2016 γράφτηκαν με το δικό μας αίμα. Με το αίμα των γονιών μας, το παρελθόν των παππούδων μας και το μέλλον των παιδιών μας...”
Η φωνή της ράγισε, έβγαινε με δυσκολία από την αρχή της ομιλίας. Έσκυψε το κεφάλι χαμηλώνοντας τα μάτια και δάγκωσε με δύναμη τα χείλη της. Τα χέρια της έτρεμαν και το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Η ηλικία της κανονικά δεν έπρεπε να ευνοεί την μνήμη της και τη φαντασία, όμως τα ποτάμια του αίματος την ακολουθούσαν παντού. Οι αποκεφαλισμοί, οι βιασμοί, οι φλόγες που έγλυφαν τα σύννεφα, τα πτώματα των παιδιών στους δρόμους, αυτά δεν σταμάτησαν ποτέ να παίζουν μπροστά στα μάτια της. Οι εφιάλτες το βράδυ ήταν ζωντανοί και βίαιοι, χωρίς ποτέ να δείχνουν έλεος στο ψυχισμό μιας γηραιάς ταλαιπωρημένης Ελληνίδας. Το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της δεν την άφηνε να ξεχάσει, πόσο μάλλον να συγχωρήσει τους προδότες που κατέστρεψαν το μέλλον της φυλής της. Έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε το μικρόφωνο και έκρυψε τα δακρυσμένα της μάτια. Το κοινό, σιωπηλό και ακίνητο, ετοιμάστηκε για τις ζουμερές λεπτομέρειες που θα πουλούσαν την επόμενη μέρα με τρελή ταχύτητα. Μέχρι τότε, κανείς δεν είχε δεχθεί να μιλήσει δημόσια για τα γεγονότα της 8ης Οκτωβρίου και η ιστορία ήταν λειψή και μπερδεμένη. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ήξερε λεπτομέρειες, παρά μόνο όσοι τις άκουσαν από τους γονείς τους, ή τις έζησαν και αυτοί ήταν σπάνιοι και χαμένοι ή απομονωμένοι στα ψυχιατρικά ιδρύματα διαφόρων χωρών. Όμως όλοι ήξεραν πως η σημερινή ευκαιρία, θα ήταν και η τελευταία γραμμή στην ιστορία της Παλιάς Ελλάδας. Ήπιε νερό απλά και μόνο για να κερδίσει λίγο χρόνο. Κοίταξε το κοινό, άνοιξε το μικρόφωνο και άλλαξε σελίδα στις σημειώσεις της.
"Η Συνθήκη Σένγκεν σκίστηκε μονομιάς. Οι Έλληνες δεν έμαθαν τίποτα μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας δια στόματος της κυβερνήσεως. Η κατάσταση ξέφυγε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, θα έλεγα ότι αμέσως ο λαός χωρίστηκε σε στρατόπεδα απόψεων, ενεργά ή μη. Συλλαλητήρια υπέρ της αποφάσεως κατέλυσαν τις ειδήσεις και τα κανάλια, υποστηρικτές της κυβερνήσεως βγήκαν στους δρόμους με φωνές και μουσική ενώ οι υπόλοιποι, μουδιασμένοι από τα γεγονότα, άρχισαν να οργανώνονται σε μικρές ομάδες και κλίκες. Η κυβέρνηση προσπαθούσε ακόμα να δικαιολογήσει την πράξη της, προτάσσοντας τον ανθρωπισμό και την ελληνική φιλοξενία, ενώ προσκαλούσε και άλλους μετανάστες να έρθουν να διαβούν τα ανοιχτά μας σύνορα. Εριστικά, θρασύτατα υποκείμενα γελούσαν στα κανάλια και κήρυξαν ένα άνευ προηγουμένου κυνήγι μαγισσών εναντίον των ..."εθνικιστών φασιστών", ή απλά εναντίον όποιου τολμούσε να διαφωνήσει. Η αστυνομία καθηλώθηκε, ο στρατός παραιτήθηκε συνολικά από την προσπάθεια, ενώ έβλεπε την κατάσταση να εντείνεται. Χιλιάδες Έλληνες δολοφονήθηκαν από τους εξαγριωμένους, ανήθικους, τριτοκοσμικούς μετανάστες που κατέλαβαν τα σπίτια τους, τις ιδιοκτησίες και τις περιουσίες τους, ενώ η αστυνομία, άπραγη, αφοπλισμένη και απελπισμένη αποσύρθηκε. Η κυβέρνηση, έντεχνα, κάλυψε για λίγο καιρό ακόμα τις επιθέσεις μίσους, δηλώνοντας ότι είναι στα πλαίσια της ενσωμάτωσης των ξένων αυτών φυλών... Είναι... "μεμονωμένα περιστατικά, προσωρινά γεγονότα," μας έλεγαν.
Η μάνα μου βλέποντας την κατάσταση έπεισε τον πατέρα μου να φύγουν από την Αθήνα. Έχοντας φοβηθεί και ο πατέρας μου, την κατέβασε στην Κρήτη και έμειναν με την οικογένεια του στο Ηράκλειο. Πίστευαν και οι δύο ότι η Κρήτη θα έμενε για λίγο καιρό αλώβητη, ενώ ο πατέρας μου ήθελε να μείνει κοντά στην θάλασσα στην περίπτωση που γινόταν επιστράτευση για πόλεμο, ή στην περίπτωση που χρειαζόταν υπεράσπιση η πόλη από τους εισβολείς. Ήθελε τόσο να πιστέψει ότι η κυβέρνηση δεν είχε σχέδιο προδοσίας, ήθελε να πιστεύει ότι θα άκουγε τις πολεμικές σειρήνες της πόλης και θα έτρεχε να εξοπλιστεί και να πάει στον πόλεμο. Ακόμα και αν αυτός ήταν εμφύλιος. Έζησαν εκεί για δυο χρόνια, ενώ οργανώθηκαν για τον επικείμενο κίνδυνο αποκτώντας όπλα και τροφή. Έψαχναν τρόπο είτε να οργανώσουν ομάδα αντίστασης είτε να φύγουν. Ο πατέρας μου ήταν κάθετα αρνητικός για το δεύτερο, ούτως η άλλως οι Έλληνες ήταν πλέον παντού ανεπιθύμητοι και όπως μπορείτε να φανταστείτε, το πλήρωσε με τη ζωή του. Τα κατάφεραν για λίγο καιρό, απέκτησαν πυρομαχικά, οργάνωσαν την Εθνική Αντίσταση, ενώ υπογείως ενημέρωναν οποιονδήποτε είχε ανάγκη από στέγη, τροφή και προστασία να επιστρατευθεί άμεσα στο Ηράκλειο. Στρατιωτικοί και αστυνομικοί βοήθησαν πολύ την οργάνωση, έφεραν τα όπλα τους και τις γνώσεις τους και σύντομα όλη η πόλη και τα γύρω χωριά ήταν το άνδρο της αντίστασης. Όμως κανείς, κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει το πόσο γρήγορα θα διείσδυαν οι βάρβαροι στα νομοθετικά πλαίσια και στη Βουλή.
Η Ευρώπη αρνήθηκε να πάρει μέρος, όπως και η Ρωσία και η Αμερική. Μας άξιζε το μέλλον μας, εμείς το επιφέραμε στους εαυτούς μας, οι Έλληνες, η ..."τεμπέλικη και άχρηστη ράτσα που χρωστάει σε όλους και πίνει το αίμα του Ευρωπαίου φορολογουμένου". Η εικόνα μας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν σκούρα και μισητή. Έπρεπε να το είχαμε καταλάβει, άλλωστε αυτό το σχέδιο εκκολαπτόταν καιρό, τουλάχιστον δυο με τρία χρόνια πριν! Ο αριθμός των μεταναστών, τα δικαιώματα που ζητούσαν τόσο έντονα, οι εριστικές κινήσεις της Τουρκίας! Οι Έλληνες έπρεπε να το είχαν καταλάβει. Έπρεπε να είχε γίνει εμφύλιος, έπρεπε να είχαν αποτρέψει την καταστροφή μας.”
Αναστέναξε, μα δεν έπαψε να μιλάει. Ο χείμαρρος των λέξεων την είχε συνεπάρει.
“Μέσα σε λίγες εβδομάδες ψηφίσθηκε ένας σκληρός αντιρατσιστικός νόμος, και διώχθησαν όλοι όσοι τόλμησαν να διαφωνήσουν δημόσια, ή να αντισταθούν. Χάθηκαν πολλοί Έλληνες, πολλά παιδιά αρπάχτηκαν από τις αγκαλιές των μανάδων τους αφού είδαν τους γονείς τους να σφάζονται μπροστά τους. Οι εκλογές του επόμενου χρόνου ανέδειξαν το κόμμα του Χαμούντ Αλί Σαμπάχ, ο οποίος σαν πρώτη κίνηση κυριαρχίας γκρέμισε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και στη θέση τους ανήγειρε τζαμιά, όπως ακριβώς τον διέταξε η γειτονική μας Τουρκία. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν φωνές υποστήριξης, δεν υπήρχαν αριστερά στοιχεία που πίστευαν ότι οι βάρβαροι θα εκπολιτιστούν. Υπήρχαν μόνο προδότες, φίδια γύρω από τον Χαμούντ που τον βοηθούσαν σε κάθε του βήμα. Αυτοί δεν ήταν Έλληνες...δεν ξέρω τι ήταν...μα δεν ήταν Έλληνες. Εξεδίωξε όλους τους χριστιανούς, κρεμώντας αρκετούς τους για παραδειγματισμό και οργάνωσε ομαδικούς αποκεφαλισμούς με εξαναγκαστική παρουσία των λίγων ζωντανών Ελλήνων. Η Ακρόπολη τυλίχθηκε στις φλόγες, τα μουσεία καταστράφηκαν ολοσχερώς σε όλη την Ελλάδα. Το αίμα κυλούσε καθημερινά και αδιάκοπα στους δρόμους. Η Αθήνα, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, κηρύχθηκε μέρος του ισλαμικού χαλιφάτου, με επίσημη γλώσσα τα αραβικά. Τα ΜΜΕ έπαψαν να λειτουργούν παρά μόνο όταν έπαιρναν την έγκριση του Χαμούντ και αυτό μόνο για να προπαγανδίσουν βία και τιμωρία. Ομάδες οπλισμένων εξτρεμιστών μετακινούνταν από χωριά σε χωριά και από πόλη σε πόλη, εισβάλλοντας σε σπίτια Ελλήνων, βιάζοντας τις γυναίκες, σφάζοντας τους άνδρες, αρπάζοντας τα παιδιά, με την δικαιολογία ότι ήταν ενάντιοι της νέας κυβέρνησης και εναντίον του χαλιφάτου. Μέσα σε λίγους μήνες το μόνο που είχε μείνει και στη βόρεια Ελλάδα, ήταν στάχτες, ερείπια και βάρβαροι.
Αρχές του 2018 η μάνα μου έμεινε έγκυος. Ο πατέρας μου αρνήθηκε να την αφήσει να το ρίξει και μάλιστα την παντρεύτηκε ενώπιον όλης της ομάδας που ομολογουμένως, ήταν αρκετά επανδρωμένη, μα όχι επαρκώς οργανωμένη και εξοπλισμένη. Ένας διωγμένος ιερέας και μια παράνομη εκκλησία ήταν αρκετά για να τραβήξουν την προσοχή του χαλιφάτου, που είχε πλέον κάνει την Αθήνα ένα οργανωμένο στρατόπεδο εξτρεμιστών μουσουλμάνων. Το ίδιο βράδυ, οργανωμένος στρατός εισέβαλε με όλη την οργή και το μίσος που μπορούσε να κουβαλάει.”
Είχε πλέον αφήσει τις σημειώσεις της, και κοίταζε έναν έναν τους δημοσιογράφους κατάματα. Δεν την ένοιαζαν τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι, δεν την ένοιαζε η φωνή της που ανέβαζε την ένταση, δεν την ένοιαζαν τα σοκαρισμένα βλέμματα των ανθρώπων από κάτω. Θα έλεγε την αλήθεια πριν πεθάνει, θα διόρθωνε την ιστορία του έθνους της.
“Ήρθαν με φωτιές και όπλα, ουρλιάζοντας βαρβαρικές ιαχές. Η Εθνική Αντίσταση (η οργάνωση των γονιών μου) πάλεψε, με το αίμα των προγόνων της να τρέχει στις φλέβες του καθένα από αυτούς, τα πνεύματα των γονιών και των γηραιών, τα φαντάσματα των αρχαίων πολεμιστών να ψέλνουν προσευχές και να κραδαίνουν τα σπαθιά τους, μα μάταια. Οι βάρβαροι έσπρωξαν τους λίγους εναπομείναντες Έλληνες προς τη θάλασσα, τη θάλασσα που τόσο πίστευε ο πατέρας μου ότι θα τον κρατούσε ασφαλή και δυνατό. Τους έπνιξαν κρατώντας τους τα κεφάλια κάτω από το νερό δύο και τρεις, μαζί. Οι δειλοί, δεν μπορούσαν να τους αντιμετωπίσουν έναν προς έναν! Αυτοί που πνίγηκαν ήταν οι τυχεροί. Οι υπόλοιποι μέσα σε λίγες ώρες δέθηκαν σε πασσάλους μπροστά από την εκκλησία, της έβαλαν φωτιά, και μπροστά στις φλόγες βίασαν τις λίγες εναπομείνασες γυναίκες. Κανείς δεν ξέρει πόσες ακριβώς, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι βιάστηκαν ξανά και ξανά, γυναίκες, έφηβες και μικρά παιδιά, μπροστά στα ματωμένα πρόσωπα των λιγοστών αντιστασιακών. Η μάνα μου ήταν μόλις 9 εβδομάδων κυοφορούσα. Βιάστηκε από τέσσερα διαφορετικά τέρατα και μόλις τέλειωσαν μαζί της, την παράτησαν μπροστά στις φλόγες να πεθάνει. Δεν έκαναν καν τον κόπο να της δώσουν το τελειωτικό χτύπημα, να την απαλύνουν από τον πόνο και τις μνήμες. Όχι, την άφησαν εκεί, να σφαδάζει, με το αίμα να τρέχει από τα χείλη και τα πόδια της. Δεν γνωρίζω με ποια θεϊκή παρέμβαση δεν απέβαλλε. Όμως εγώ συνέχισα να είμαι στην κοιλιά της, υγιής και ζωντανή, ακόμα και μετά τα βασανιστήρια. Τους άνδρες στους πασσάλους τους έσφαξαν. Τις όμορφες και γερές γυναίκες, τις πήραν μαζί τους, μα αργότερα μια προς μία αυτοκτόνησαν. Το τοπίο απαρτιζόταν μονάχα από αίμα και πτώματα. Πλέον η Ελλάδα δεν υφίστατο. Ονομάστηκε Παλιά Ελλάδα, μιας και στην καινούργια δεν υπήρχαν εναπομείναντες Έλληνες.”
Το κοινό είχε σταματήσει να γράφει. Οι κάμερες και τα κινητά είχαν μείνει μετέωρα, χαμένα να κοιτούν το πάτωμα είτε το ταβάνι. Οι λεπτομέρειες του τέλους ήταν το λιγότερο φρικιαστικές για μια συγκέντρωση σαν αυτήν. Ένα χέρι σηκώθηκε δειλά από το βάθος της αίθουσας, τραβώντας άμεσα την προσοχή των όμοιων του. Η ομιλήτρια δεν μίλησε, κοίταξε την μικροκαμωμένη δημοσιογράφο και της έκανε νεύμα να σηκωθεί, ενώ σκούπισε το πρόσωπο της.Η γυναίκα έτρεμε σαν το φύλλο. Σηκώθηκε άτσαλα και βεβιασμένα, ισιώνοντας την φούστα και το σακάκι της. Τέντωσε την πλάτη της, πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε.
- “Εσείς ήσασταν...ε, θέλω να πώ, εάν...τα γεγονότα έγιναν...ξέρετε, στις αρχές του 2018...αυτό σημαίνει ότι εσείς γεννηθήκατε τέλη του ίδιου έτους...όμως η ιστορία λέει ότι μετά τις σφαγές κανείς δεν διέφυγε! Πώς...”
- “Γεννήθηκα όμως, την διέκοψε απότομα. Η ιστορία γράφτηκε πολλά χρόνια μετά, ξέρετε και δεν βασίστηκε στις πραγματικές εμπειρίες των επιζώντων. Οι οποίοι, ακόμα και αν ξεπερνούσαν σε αριθμό τους δέκα, δεν είχαν καμία πρόθεση να μιλήσουν για τα γεγονότα που εξαφάνισαν τους φίλους, συγγενείς, και ομοεθνείς τους. Όχι, η ιστορία που ξέρετε και εσείς και όλοι, είναι η ιστορία που μάθατε από τους κατακτητές της Παλιάς Ελλάδας, ο οποίοι παρέλειψαν όλο το κεφάλαιο της Εθνικής Αντίστασης, αρνούμενοι μέχρι και σήμερα την γενοκτονία. Βλέπετε, τι είδους κατακτητής έπρεπε να ζητήσει βοήθεια από άλλη χώρα για να καταλύσει μια τελευταία πόλη με ελάχιστους αντιστασιακούς στην άκρη ενός καμμένου νησιού;
Η μάνα μου ξύπνησε μια μέρα μετά, στο ίδιο σημείο που την είχαν βιάσει, αφυδατωμένη και ματωμένη. Το νησί ήταν ολοσχερώς κατεστραμμένο και συνεπώς άδειο. Τα πτώματα της ημέρας εκείνης επέπλεαν ακόμη στην θάλασσα, κανείς δεν είχε ασχοληθεί να τα μαζέψει. Ο στρατός είχε γυρίσει στην Τουρκία και στην Αθήνα, μέχρι να λάβει εντολή να κατοικήσει τα νεοαποκτηθέντα εδάφη. Σύρθηκε μέχρι το κοντινότερο σπίτι και κατέρρευσε μέσα σε αυτό. Όταν ξύπνησε ήταν σε ένα καράβι μαζί με 4 άλλες γυναίκες, και έναν άντρα που φαίνεται πώς τις πήγαινε στην Ιταλία. Τους μίλησε σπαστά ελληνικά και τις καθησύχασε ότι δεν θα τις έβλαπτε. Τους περίμεναν φίλοι, είπε, στα παράλια της Ιταλίας. Την μητέρα μου, μιας και ήταν η πιο μικρή και λαβωμένη, την φρόντισαν οι υπόλοιπες Ελληνίδες στο καράβι. Όταν έφτασαν στην Ιταλία, τις περίμενε ένα ασθενοφόρο, υπό πλήρη μυστικότητα. Στο νοσοκομείο έζησαν και οι πέντε, ενωμένες σαν αδερφές και δουλεύοντας ως νοσοκόμες, μέχρι που με γέννησε η μητέρα μου. Έμειναν μερικές μέρες μέχρι να συνέλθει, με φόρτωσαν σε ένα αεροπλάνο και με έφεραν εδώ. Οι ..."θείες" μου με μεγάλωσαν και πέθαναν, πολύ πριν τη μάνα μου. Καμιά τους όμως δεν έζησε ούτε πολύ, ούτε ήσυχα. Λεπτομέρειες για την ζωή της μάνας μου, και για τα γεγονότα, θα διαβάσετε στο βιβλίο μου, “Το τέλος του Έθνους”. Δεν θέλω να σας καθυστερήσω περισσότερο, βλέπω ότι είστε και εσείς κουρασμένοι...όπως και εγώ.”
Πήρε μια ανάσα και σηκώθηκε αργά, με ένα αχνό, πονεμένο χαμόγελο να κοσμεί το πρόσωπο της. Το κοινό σαν να ξύπνησε από το λήθαργο στην τελευταία πρόταση. Φλας και ερωτήσεις άρχισαν να πέφτουν σαν σφαίρες, ενώ η ομιλήτρια τους ευχαρίστησε για την προσοχή τους, και τους παρότρυνε για άλλη μια φορά να βασιστούν στο βιβλίο της για λεπτομέρειες και τυχόν ιστορικές ανακρίβειες που μπορεί να συνέβησαν λόγω της περασμένης της ηλικίας. Το βιβλίο, ένα έργο ζωής, είχε ξοδευτεί στις εμπειρίες των προστάτιδων γυναικών και της μητέρας της. Πριν πεθάνει η μάνα της, η τελευταία Ελληνίδα της Παλιάς Ελλάδας, η κόρη της, της είχε πάρει συνέντευξη που είχε ηχογραφήσει και μεταφέρει κατά λέξη, γραπτώς. Αν και ψυχολογικά ταλαιπωρημένη, δεν ξέχασε ποτέ το παραμικρό γεγονός. Θυμόταν επακριβώς τις ημερομηνίες, τα ονόματα, τις τοποθεσίες, όλα. Η απουσία του ανδρός της όμως, ξέφτιζε τις αντοχές της μέρα με τη μέρα, μέχρι που την άφησε παγωμένη στο κρεβάτι της τα ξημερώματα κάποιας ημέρας του Μαρτίου του 2058. Μια δεκαετία μετά το ίδιο βράδυ της παρουσίασης, η κόρη της, ειρηνικά και αβίαστα διέσχισε τον Αχέροντα, παρασυρμένη να γνωρίσει τους προγόνους της, έχοντας ήδη κάνει το καθήκον της ως η τελευταία Ελληνίδα του πλανήτη.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ
ΣΧΕΤΙΚΟ: ΕΧΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑ...... ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΣΟΥ
Το 2015 η χώρα βρισκόταν ήδη σε 5 χρόνια συνεχόμενης οικονομικής κρίσης. Τα πράγματα φαίνονταν δυσοίωνα για τον ελληνικό λαό, η φορολογία γονάτιζε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους πολίτες, ενώ ο δημόσιος τομέας αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Ο λαός οδηγήθηκε σε εκλογές μετά από την πλήρη διαφωνία των Ελλήνων βουλευτών για την ψήφιση Προέδρου της Δημοκρατίας και για μια ακόμα φορά έπραξε άδικα και τιμωρητικά. Η νέα κυβέρνηση έριξε σε βαθύτερο βούρκο την οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Άστεγοι Έλληνες, πεινασμένα παιδιά, υπογεννητικότητα και αναρίθμητες ασθένειες έκαναν την εμφάνιση τους, τους πρώτους μόλις μήνες του 2015. Η κυβέρνηση αρνούνταν κατηγορηματικά να υποχωρήσει από την θέση της και να αφήσει κάποιον ικανότερο να διοικήσει οδηγώντας τους Έλληνες σε απελπισία και απεγνωσμένες κινήσεις. Ταυτόχρονα, η χώρα πνιγόταν από ανθρώπους που έμπαιναν ανεξέλεγκτα από τα σύνορα, ανθρώπους από τριτοκοσμικές χώρες με μεσαιωνικές κουλτούρες και πιστεύω. Η κυβέρνηση δήθεν για να αντιμετωπίσει τα μεταναστευτικά κύματα και την έλλειψη πόρων, αποφάσισε εν μία νυκτί να νομιμοποιήσει όλο τον ξένο πληθυσμό που πατούσε ελληνικά εδάφη, ασχέτως ηλικίας, ποινικού μητρώου και χώρα προελεύσεως. Όλους. Εγκληματίες, βιαστές, ασθενείς, ορφανά παιδιά, μολυσμένες πόρνες, εξτρεμιστές μουσουλμάνους... Όλοι απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια και υπηκοότητα βάση ενός διεστραμμένου σχεδίου να επιπλεύσει λίγο ακόμα η αριστερά της Παλιάς Ελλάδας. Πριν προλάβουν να μεταδώσουν τα νέα στο λαό, η Ευρώπη είχε σφραγίσει και αμπαρώσει τα σύνορα της, ως μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο όσο προσπαθούσε να εξοστρακίσει την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, ασταμάτητα πλοιάρια μισθωμένα από την Τουρκία πλησίαζαν απειλητικά τα σύνορα μας, φορτωμένα μόνο με άντρες. Σίγουρα κάποιος έπρεπε να το είχε υποψιαστεί, κάποιος θα το είχε καταλάβει ότι η Ελλάδα αποικιζόταν με αλλόθρησκο και αλλόφυλο στρατό! Μας έστελναν στρατό και κανείς δεν έκανε τίποτα γι'αυτό. Αντ' αυτού μας ...αφόπλιζαν και κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έβγαλε μιλιά, ούτε Έλληνας, ούτε ξένος. Τα ξημερώματα της 8ης Οκτωβρίου 2016 γράφτηκαν με το δικό μας αίμα. Με το αίμα των γονιών μας, το παρελθόν των παππούδων μας και το μέλλον των παιδιών μας...”
Η φωνή της ράγισε, έβγαινε με δυσκολία από την αρχή της ομιλίας. Έσκυψε το κεφάλι χαμηλώνοντας τα μάτια και δάγκωσε με δύναμη τα χείλη της. Τα χέρια της έτρεμαν και το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Η ηλικία της κανονικά δεν έπρεπε να ευνοεί την μνήμη της και τη φαντασία, όμως τα ποτάμια του αίματος την ακολουθούσαν παντού. Οι αποκεφαλισμοί, οι βιασμοί, οι φλόγες που έγλυφαν τα σύννεφα, τα πτώματα των παιδιών στους δρόμους, αυτά δεν σταμάτησαν ποτέ να παίζουν μπροστά στα μάτια της. Οι εφιάλτες το βράδυ ήταν ζωντανοί και βίαιοι, χωρίς ποτέ να δείχνουν έλεος στο ψυχισμό μιας γηραιάς ταλαιπωρημένης Ελληνίδας. Το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της δεν την άφηνε να ξεχάσει, πόσο μάλλον να συγχωρήσει τους προδότες που κατέστρεψαν το μέλλον της φυλής της. Έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε το μικρόφωνο και έκρυψε τα δακρυσμένα της μάτια. Το κοινό, σιωπηλό και ακίνητο, ετοιμάστηκε για τις ζουμερές λεπτομέρειες που θα πουλούσαν την επόμενη μέρα με τρελή ταχύτητα. Μέχρι τότε, κανείς δεν είχε δεχθεί να μιλήσει δημόσια για τα γεγονότα της 8ης Οκτωβρίου και η ιστορία ήταν λειψή και μπερδεμένη. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ήξερε λεπτομέρειες, παρά μόνο όσοι τις άκουσαν από τους γονείς τους, ή τις έζησαν και αυτοί ήταν σπάνιοι και χαμένοι ή απομονωμένοι στα ψυχιατρικά ιδρύματα διαφόρων χωρών. Όμως όλοι ήξεραν πως η σημερινή ευκαιρία, θα ήταν και η τελευταία γραμμή στην ιστορία της Παλιάς Ελλάδας. Ήπιε νερό απλά και μόνο για να κερδίσει λίγο χρόνο. Κοίταξε το κοινό, άνοιξε το μικρόφωνο και άλλαξε σελίδα στις σημειώσεις της.
"Η Συνθήκη Σένγκεν σκίστηκε μονομιάς. Οι Έλληνες δεν έμαθαν τίποτα μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας δια στόματος της κυβερνήσεως. Η κατάσταση ξέφυγε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, θα έλεγα ότι αμέσως ο λαός χωρίστηκε σε στρατόπεδα απόψεων, ενεργά ή μη. Συλλαλητήρια υπέρ της αποφάσεως κατέλυσαν τις ειδήσεις και τα κανάλια, υποστηρικτές της κυβερνήσεως βγήκαν στους δρόμους με φωνές και μουσική ενώ οι υπόλοιποι, μουδιασμένοι από τα γεγονότα, άρχισαν να οργανώνονται σε μικρές ομάδες και κλίκες. Η κυβέρνηση προσπαθούσε ακόμα να δικαιολογήσει την πράξη της, προτάσσοντας τον ανθρωπισμό και την ελληνική φιλοξενία, ενώ προσκαλούσε και άλλους μετανάστες να έρθουν να διαβούν τα ανοιχτά μας σύνορα. Εριστικά, θρασύτατα υποκείμενα γελούσαν στα κανάλια και κήρυξαν ένα άνευ προηγουμένου κυνήγι μαγισσών εναντίον των ..."εθνικιστών φασιστών", ή απλά εναντίον όποιου τολμούσε να διαφωνήσει. Η αστυνομία καθηλώθηκε, ο στρατός παραιτήθηκε συνολικά από την προσπάθεια, ενώ έβλεπε την κατάσταση να εντείνεται. Χιλιάδες Έλληνες δολοφονήθηκαν από τους εξαγριωμένους, ανήθικους, τριτοκοσμικούς μετανάστες που κατέλαβαν τα σπίτια τους, τις ιδιοκτησίες και τις περιουσίες τους, ενώ η αστυνομία, άπραγη, αφοπλισμένη και απελπισμένη αποσύρθηκε. Η κυβέρνηση, έντεχνα, κάλυψε για λίγο καιρό ακόμα τις επιθέσεις μίσους, δηλώνοντας ότι είναι στα πλαίσια της ενσωμάτωσης των ξένων αυτών φυλών... Είναι... "μεμονωμένα περιστατικά, προσωρινά γεγονότα," μας έλεγαν.
Η μάνα μου βλέποντας την κατάσταση έπεισε τον πατέρα μου να φύγουν από την Αθήνα. Έχοντας φοβηθεί και ο πατέρας μου, την κατέβασε στην Κρήτη και έμειναν με την οικογένεια του στο Ηράκλειο. Πίστευαν και οι δύο ότι η Κρήτη θα έμενε για λίγο καιρό αλώβητη, ενώ ο πατέρας μου ήθελε να μείνει κοντά στην θάλασσα στην περίπτωση που γινόταν επιστράτευση για πόλεμο, ή στην περίπτωση που χρειαζόταν υπεράσπιση η πόλη από τους εισβολείς. Ήθελε τόσο να πιστέψει ότι η κυβέρνηση δεν είχε σχέδιο προδοσίας, ήθελε να πιστεύει ότι θα άκουγε τις πολεμικές σειρήνες της πόλης και θα έτρεχε να εξοπλιστεί και να πάει στον πόλεμο. Ακόμα και αν αυτός ήταν εμφύλιος. Έζησαν εκεί για δυο χρόνια, ενώ οργανώθηκαν για τον επικείμενο κίνδυνο αποκτώντας όπλα και τροφή. Έψαχναν τρόπο είτε να οργανώσουν ομάδα αντίστασης είτε να φύγουν. Ο πατέρας μου ήταν κάθετα αρνητικός για το δεύτερο, ούτως η άλλως οι Έλληνες ήταν πλέον παντού ανεπιθύμητοι και όπως μπορείτε να φανταστείτε, το πλήρωσε με τη ζωή του. Τα κατάφεραν για λίγο καιρό, απέκτησαν πυρομαχικά, οργάνωσαν την Εθνική Αντίσταση, ενώ υπογείως ενημέρωναν οποιονδήποτε είχε ανάγκη από στέγη, τροφή και προστασία να επιστρατευθεί άμεσα στο Ηράκλειο. Στρατιωτικοί και αστυνομικοί βοήθησαν πολύ την οργάνωση, έφεραν τα όπλα τους και τις γνώσεις τους και σύντομα όλη η πόλη και τα γύρω χωριά ήταν το άνδρο της αντίστασης. Όμως κανείς, κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει το πόσο γρήγορα θα διείσδυαν οι βάρβαροι στα νομοθετικά πλαίσια και στη Βουλή.
Η Ευρώπη αρνήθηκε να πάρει μέρος, όπως και η Ρωσία και η Αμερική. Μας άξιζε το μέλλον μας, εμείς το επιφέραμε στους εαυτούς μας, οι Έλληνες, η ..."τεμπέλικη και άχρηστη ράτσα που χρωστάει σε όλους και πίνει το αίμα του Ευρωπαίου φορολογουμένου". Η εικόνα μας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν σκούρα και μισητή. Έπρεπε να το είχαμε καταλάβει, άλλωστε αυτό το σχέδιο εκκολαπτόταν καιρό, τουλάχιστον δυο με τρία χρόνια πριν! Ο αριθμός των μεταναστών, τα δικαιώματα που ζητούσαν τόσο έντονα, οι εριστικές κινήσεις της Τουρκίας! Οι Έλληνες έπρεπε να το είχαν καταλάβει. Έπρεπε να είχε γίνει εμφύλιος, έπρεπε να είχαν αποτρέψει την καταστροφή μας.”
Αναστέναξε, μα δεν έπαψε να μιλάει. Ο χείμαρρος των λέξεων την είχε συνεπάρει.
“Μέσα σε λίγες εβδομάδες ψηφίσθηκε ένας σκληρός αντιρατσιστικός νόμος, και διώχθησαν όλοι όσοι τόλμησαν να διαφωνήσουν δημόσια, ή να αντισταθούν. Χάθηκαν πολλοί Έλληνες, πολλά παιδιά αρπάχτηκαν από τις αγκαλιές των μανάδων τους αφού είδαν τους γονείς τους να σφάζονται μπροστά τους. Οι εκλογές του επόμενου χρόνου ανέδειξαν το κόμμα του Χαμούντ Αλί Σαμπάχ, ο οποίος σαν πρώτη κίνηση κυριαρχίας γκρέμισε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και στη θέση τους ανήγειρε τζαμιά, όπως ακριβώς τον διέταξε η γειτονική μας Τουρκία. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν φωνές υποστήριξης, δεν υπήρχαν αριστερά στοιχεία που πίστευαν ότι οι βάρβαροι θα εκπολιτιστούν. Υπήρχαν μόνο προδότες, φίδια γύρω από τον Χαμούντ που τον βοηθούσαν σε κάθε του βήμα. Αυτοί δεν ήταν Έλληνες...δεν ξέρω τι ήταν...μα δεν ήταν Έλληνες. Εξεδίωξε όλους τους χριστιανούς, κρεμώντας αρκετούς τους για παραδειγματισμό και οργάνωσε ομαδικούς αποκεφαλισμούς με εξαναγκαστική παρουσία των λίγων ζωντανών Ελλήνων. Η Ακρόπολη τυλίχθηκε στις φλόγες, τα μουσεία καταστράφηκαν ολοσχερώς σε όλη την Ελλάδα. Το αίμα κυλούσε καθημερινά και αδιάκοπα στους δρόμους. Η Αθήνα, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, κηρύχθηκε μέρος του ισλαμικού χαλιφάτου, με επίσημη γλώσσα τα αραβικά. Τα ΜΜΕ έπαψαν να λειτουργούν παρά μόνο όταν έπαιρναν την έγκριση του Χαμούντ και αυτό μόνο για να προπαγανδίσουν βία και τιμωρία. Ομάδες οπλισμένων εξτρεμιστών μετακινούνταν από χωριά σε χωριά και από πόλη σε πόλη, εισβάλλοντας σε σπίτια Ελλήνων, βιάζοντας τις γυναίκες, σφάζοντας τους άνδρες, αρπάζοντας τα παιδιά, με την δικαιολογία ότι ήταν ενάντιοι της νέας κυβέρνησης και εναντίον του χαλιφάτου. Μέσα σε λίγους μήνες το μόνο που είχε μείνει και στη βόρεια Ελλάδα, ήταν στάχτες, ερείπια και βάρβαροι.
Αρχές του 2018 η μάνα μου έμεινε έγκυος. Ο πατέρας μου αρνήθηκε να την αφήσει να το ρίξει και μάλιστα την παντρεύτηκε ενώπιον όλης της ομάδας που ομολογουμένως, ήταν αρκετά επανδρωμένη, μα όχι επαρκώς οργανωμένη και εξοπλισμένη. Ένας διωγμένος ιερέας και μια παράνομη εκκλησία ήταν αρκετά για να τραβήξουν την προσοχή του χαλιφάτου, που είχε πλέον κάνει την Αθήνα ένα οργανωμένο στρατόπεδο εξτρεμιστών μουσουλμάνων. Το ίδιο βράδυ, οργανωμένος στρατός εισέβαλε με όλη την οργή και το μίσος που μπορούσε να κουβαλάει.”
Είχε πλέον αφήσει τις σημειώσεις της, και κοίταζε έναν έναν τους δημοσιογράφους κατάματα. Δεν την ένοιαζαν τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι, δεν την ένοιαζε η φωνή της που ανέβαζε την ένταση, δεν την ένοιαζαν τα σοκαρισμένα βλέμματα των ανθρώπων από κάτω. Θα έλεγε την αλήθεια πριν πεθάνει, θα διόρθωνε την ιστορία του έθνους της.
“Ήρθαν με φωτιές και όπλα, ουρλιάζοντας βαρβαρικές ιαχές. Η Εθνική Αντίσταση (η οργάνωση των γονιών μου) πάλεψε, με το αίμα των προγόνων της να τρέχει στις φλέβες του καθένα από αυτούς, τα πνεύματα των γονιών και των γηραιών, τα φαντάσματα των αρχαίων πολεμιστών να ψέλνουν προσευχές και να κραδαίνουν τα σπαθιά τους, μα μάταια. Οι βάρβαροι έσπρωξαν τους λίγους εναπομείναντες Έλληνες προς τη θάλασσα, τη θάλασσα που τόσο πίστευε ο πατέρας μου ότι θα τον κρατούσε ασφαλή και δυνατό. Τους έπνιξαν κρατώντας τους τα κεφάλια κάτω από το νερό δύο και τρεις, μαζί. Οι δειλοί, δεν μπορούσαν να τους αντιμετωπίσουν έναν προς έναν! Αυτοί που πνίγηκαν ήταν οι τυχεροί. Οι υπόλοιποι μέσα σε λίγες ώρες δέθηκαν σε πασσάλους μπροστά από την εκκλησία, της έβαλαν φωτιά, και μπροστά στις φλόγες βίασαν τις λίγες εναπομείνασες γυναίκες. Κανείς δεν ξέρει πόσες ακριβώς, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι βιάστηκαν ξανά και ξανά, γυναίκες, έφηβες και μικρά παιδιά, μπροστά στα ματωμένα πρόσωπα των λιγοστών αντιστασιακών. Η μάνα μου ήταν μόλις 9 εβδομάδων κυοφορούσα. Βιάστηκε από τέσσερα διαφορετικά τέρατα και μόλις τέλειωσαν μαζί της, την παράτησαν μπροστά στις φλόγες να πεθάνει. Δεν έκαναν καν τον κόπο να της δώσουν το τελειωτικό χτύπημα, να την απαλύνουν από τον πόνο και τις μνήμες. Όχι, την άφησαν εκεί, να σφαδάζει, με το αίμα να τρέχει από τα χείλη και τα πόδια της. Δεν γνωρίζω με ποια θεϊκή παρέμβαση δεν απέβαλλε. Όμως εγώ συνέχισα να είμαι στην κοιλιά της, υγιής και ζωντανή, ακόμα και μετά τα βασανιστήρια. Τους άνδρες στους πασσάλους τους έσφαξαν. Τις όμορφες και γερές γυναίκες, τις πήραν μαζί τους, μα αργότερα μια προς μία αυτοκτόνησαν. Το τοπίο απαρτιζόταν μονάχα από αίμα και πτώματα. Πλέον η Ελλάδα δεν υφίστατο. Ονομάστηκε Παλιά Ελλάδα, μιας και στην καινούργια δεν υπήρχαν εναπομείναντες Έλληνες.”
Το κοινό είχε σταματήσει να γράφει. Οι κάμερες και τα κινητά είχαν μείνει μετέωρα, χαμένα να κοιτούν το πάτωμα είτε το ταβάνι. Οι λεπτομέρειες του τέλους ήταν το λιγότερο φρικιαστικές για μια συγκέντρωση σαν αυτήν. Ένα χέρι σηκώθηκε δειλά από το βάθος της αίθουσας, τραβώντας άμεσα την προσοχή των όμοιων του. Η ομιλήτρια δεν μίλησε, κοίταξε την μικροκαμωμένη δημοσιογράφο και της έκανε νεύμα να σηκωθεί, ενώ σκούπισε το πρόσωπο της.Η γυναίκα έτρεμε σαν το φύλλο. Σηκώθηκε άτσαλα και βεβιασμένα, ισιώνοντας την φούστα και το σακάκι της. Τέντωσε την πλάτη της, πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε.
- “Εσείς ήσασταν...ε, θέλω να πώ, εάν...τα γεγονότα έγιναν...ξέρετε, στις αρχές του 2018...αυτό σημαίνει ότι εσείς γεννηθήκατε τέλη του ίδιου έτους...όμως η ιστορία λέει ότι μετά τις σφαγές κανείς δεν διέφυγε! Πώς...”
- “Γεννήθηκα όμως, την διέκοψε απότομα. Η ιστορία γράφτηκε πολλά χρόνια μετά, ξέρετε και δεν βασίστηκε στις πραγματικές εμπειρίες των επιζώντων. Οι οποίοι, ακόμα και αν ξεπερνούσαν σε αριθμό τους δέκα, δεν είχαν καμία πρόθεση να μιλήσουν για τα γεγονότα που εξαφάνισαν τους φίλους, συγγενείς, και ομοεθνείς τους. Όχι, η ιστορία που ξέρετε και εσείς και όλοι, είναι η ιστορία που μάθατε από τους κατακτητές της Παλιάς Ελλάδας, ο οποίοι παρέλειψαν όλο το κεφάλαιο της Εθνικής Αντίστασης, αρνούμενοι μέχρι και σήμερα την γενοκτονία. Βλέπετε, τι είδους κατακτητής έπρεπε να ζητήσει βοήθεια από άλλη χώρα για να καταλύσει μια τελευταία πόλη με ελάχιστους αντιστασιακούς στην άκρη ενός καμμένου νησιού;
Η μάνα μου ξύπνησε μια μέρα μετά, στο ίδιο σημείο που την είχαν βιάσει, αφυδατωμένη και ματωμένη. Το νησί ήταν ολοσχερώς κατεστραμμένο και συνεπώς άδειο. Τα πτώματα της ημέρας εκείνης επέπλεαν ακόμη στην θάλασσα, κανείς δεν είχε ασχοληθεί να τα μαζέψει. Ο στρατός είχε γυρίσει στην Τουρκία και στην Αθήνα, μέχρι να λάβει εντολή να κατοικήσει τα νεοαποκτηθέντα εδάφη. Σύρθηκε μέχρι το κοντινότερο σπίτι και κατέρρευσε μέσα σε αυτό. Όταν ξύπνησε ήταν σε ένα καράβι μαζί με 4 άλλες γυναίκες, και έναν άντρα που φαίνεται πώς τις πήγαινε στην Ιταλία. Τους μίλησε σπαστά ελληνικά και τις καθησύχασε ότι δεν θα τις έβλαπτε. Τους περίμεναν φίλοι, είπε, στα παράλια της Ιταλίας. Την μητέρα μου, μιας και ήταν η πιο μικρή και λαβωμένη, την φρόντισαν οι υπόλοιπες Ελληνίδες στο καράβι. Όταν έφτασαν στην Ιταλία, τις περίμενε ένα ασθενοφόρο, υπό πλήρη μυστικότητα. Στο νοσοκομείο έζησαν και οι πέντε, ενωμένες σαν αδερφές και δουλεύοντας ως νοσοκόμες, μέχρι που με γέννησε η μητέρα μου. Έμειναν μερικές μέρες μέχρι να συνέλθει, με φόρτωσαν σε ένα αεροπλάνο και με έφεραν εδώ. Οι ..."θείες" μου με μεγάλωσαν και πέθαναν, πολύ πριν τη μάνα μου. Καμιά τους όμως δεν έζησε ούτε πολύ, ούτε ήσυχα. Λεπτομέρειες για την ζωή της μάνας μου, και για τα γεγονότα, θα διαβάσετε στο βιβλίο μου, “Το τέλος του Έθνους”. Δεν θέλω να σας καθυστερήσω περισσότερο, βλέπω ότι είστε και εσείς κουρασμένοι...όπως και εγώ.”
Πήρε μια ανάσα και σηκώθηκε αργά, με ένα αχνό, πονεμένο χαμόγελο να κοσμεί το πρόσωπο της. Το κοινό σαν να ξύπνησε από το λήθαργο στην τελευταία πρόταση. Φλας και ερωτήσεις άρχισαν να πέφτουν σαν σφαίρες, ενώ η ομιλήτρια τους ευχαρίστησε για την προσοχή τους, και τους παρότρυνε για άλλη μια φορά να βασιστούν στο βιβλίο της για λεπτομέρειες και τυχόν ιστορικές ανακρίβειες που μπορεί να συνέβησαν λόγω της περασμένης της ηλικίας. Το βιβλίο, ένα έργο ζωής, είχε ξοδευτεί στις εμπειρίες των προστάτιδων γυναικών και της μητέρας της. Πριν πεθάνει η μάνα της, η τελευταία Ελληνίδα της Παλιάς Ελλάδας, η κόρη της, της είχε πάρει συνέντευξη που είχε ηχογραφήσει και μεταφέρει κατά λέξη, γραπτώς. Αν και ψυχολογικά ταλαιπωρημένη, δεν ξέχασε ποτέ το παραμικρό γεγονός. Θυμόταν επακριβώς τις ημερομηνίες, τα ονόματα, τις τοποθεσίες, όλα. Η απουσία του ανδρός της όμως, ξέφτιζε τις αντοχές της μέρα με τη μέρα, μέχρι που την άφησε παγωμένη στο κρεβάτι της τα ξημερώματα κάποιας ημέρας του Μαρτίου του 2058. Μια δεκαετία μετά το ίδιο βράδυ της παρουσίασης, η κόρη της, ειρηνικά και αβίαστα διέσχισε τον Αχέροντα, παρασυρμένη να γνωρίσει τους προγόνους της, έχοντας ήδη κάνει το καθήκον της ως η τελευταία Ελληνίδα του πλανήτη.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ
ΣΧΕΤΙΚΟ: ΕΧΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑ...... ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΣΟΥ
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ!
ReplyDeleteΑποτυπώνει ένα πιθανό μέλλον μας. Πρέπει να παλέψουμε να μην συμβεί. Συγχαρητήρια στην αρθρογράφο, έχει χάρισμα.
ReplyDeleteΔυνατή γραφή, με συνεπήρε, συγχαρητήρια ΑΦΡΟΔΙΤΗ
ReplyDeleteΤο παραπάνω κείμενο είναι δυσοίωνο μεν, φανταστικό δε. Γράφτηκε πριν περίπου δύο μήνες, βασισμένο στην έμπνευση από τα γεγονότα των τελευταίων ετών που κορυφώνονται φέτος,στην τραγική κατάσταση της Ελλάδος που βυθίζεται από λαθρομετανάστες - και όχι πρόσφυγες- καθώς και από την ανίκανη, ανθελληνική και προδοτική στάση των κυβερνώντων που επιτρέπουν τέτοια αίσχη. Διγενή, δε μπορώ να καταλάβω την αμφιβολλία σου. Επειδή το κείμενο είναι σκοτεινό και αρνητικό, πρέπει αναγκαστικά είτε να είναι "κλεμμένο" είτε να κρύβει μυστικές συντεχνίες και σατανικούς σκοπούς;
ReplyDeleteΤα εισαγωγικά αφορούν την ομιλία της πρωταγωνίστριας και δίνουν έμφαση στο πρώτο πρόσωπο που ήθελα εγώ να χρησιμοποιήσω, μιας και τα περισσότερα μου κείμενα είναι γραμμένα σε τρίτο. Ήταν απλά πρωτοτυπία της στιγμής.
Πέραν των παραπάνω, το κείμενο πιστεύω στέκεται μόνο του, χωρίς συνέχεια. Δεν πιστεύω ότι συντελλώ στην καταστροφή του κόσμου με μια αυτοτελής,σκοτεινή, ερασιτεχνική νουβέλα. Λυπάμαι αν οι αναγνώστες μου απογοητεύτηκαν από την έκβαση των γεγονότων, μα δεν έχω σκοπό να χαιδεύω τα αυτιά κανενός, πόσο μάλλον σε τέτοιες μέρες που περνάει η χώρα και το έθνος. Άλλωστε, αμφιβάλλω ότι ο μέσος νεοέλληνας θα "πάρει τ΄άρματα" σε ένα τέτοιο σενάριο. Ίσως η σκοτεινία της γραφής μου αφυπνίσει μερικούς και αρχίσουν να οπλίζονται ψυχικά και φυσικά για όσα πρόκειται να έρθουν στο μέλλον.
-ΑΦΡΟΔΙΤΗ