17/07/2020

ΣΕΒ: Υψηλές αμοιβές, ανύπαρκτη παραγωγικότητα του δημοσίου τομέος. - ΚΕΦΙΜ: Το μισθολογικό κόστος αυξάνεται διαχρονικά πολύ περισσότερο απο την παραγωγικότητα.

  • Μόνο το 23% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα απασχολούνται σε κλάδους έντασης κεφαλαίου, δηλαδή κυρίως στη βιομηχανία, οι οποίοι προσφέρουν και τις υψηλότερες αμοιβές και είναι ανάγκη να επεκταθούν οι βιομηχανικές δραστηριότητες για να επιτευχθεί μια αύξηση αμοιβών και ευημερίας. 
  • Πολύ μεγάλος αριθμός εργαζομένων απασχολούνται στο Δημόσιο με αμοιβές πολύ υψηλότερες (51%) ακόμη και από τον τομέα της βιομηχανίας, που προσφέρει τις υψηλότερες αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα.

Η ελληνική οικονομία απασχολεί (2019) 4.301 χιλ. εργαζόμενους, εκ των οποίων το 69% είναι μισθωτοί και το υπόλοιπο 31% αυτοαπασχολούμενοι.
Οι 948 χιλ. απασχολούνται στους κλάδους της δημόσιας διοίκησης (αμιγώς δημόσιο), καθώς και εκπαίδευσης και υγείας όπου η πλειοψηφία των εργαζομένων απασχολείται από το δημόσιο. 
Το 2017, σε σύνολο 4.146 χιλ. εργαζομένων, οι απασχολούμενοι στους παραπάνω κλάδους ανέρχονταν σε 890 χιλ. ή σε 21,5% του συνόλου, εκ των οποίων 371 χιλ. στη δημόσια διοίκηση, 296 χιλ. στην εκπαίδευση και 223 χιλ. στην υγεία.

Από τους υπόλοιπους 3.256 χιλ. εργαζόμενους που εργάζονται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα (που περιλαμβάνει και δίκτυα υπό τον έλεγχο του κράτους προς ιδιωτικοποίηση), το 77% απασχολείται σε κλάδους κατά κανόνα έντασης εργασίας (εμπόριο, τουρισμός, επαγγελματικές υπηρεσίες, τέχνες και διασκέδαση, γεωργία και κτηνοτροφία, κατασκευές), με χαμηλότερη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας (παραγωγικότητα) από τον μέσο όρο της οικονομίας, που παράγουν το 33% περίπου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας.

Το 23% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα απασχολείται σε κλάδους κατά κανόνα έντασης κεφαλαίου με υψηλότερη παραγωγικότητα από τον μέσο όρο της οικονομίας (βιομηχανία -δηλαδή διύλιση πετρελαίου, ηλεκτρισμός και Φ/Α, παροχή νερού, ορυχεία και μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών-, τράπεζες και ασφάλειες, ενημέρωση και επικοινωνία -εκδόσεις, τηλεπικοινωνίες και πληροφορική- και, μεταφορές και αποθήκευση), που παράγουν το 29% περίπου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας.

Η βιομηχανία απασχολεί 389 χιλ. εργαζόμενους, εκ των οποίων 330 χιλ. στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών, που παράγουν το 14,8% και 9,8% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας αντιστοίχως. [Σημειώνεται ότι η βιομηχανία περιλαμβάνει, εκτός από τη μεταποίηση, και τους κλάδους εξόρυξης, ενέργειας και παροχής νερού.]
Στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών, το 36,4% της προστιθέμενης αξίας παράγεται από τα τρόφιμα-ποτά-καπνός, το 13,4% από τα βασικά μέταλλα, το 9,1% από τα μεταλλικά προϊόντα, το 7,6% από τα χημικά και το 5,8% από τα μη μεταλλικά ορυκτά.

Όσον αφορά στις αμοιβές της μισθωτής απασχόλησης (περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών), το μέσο ωρομίσθιο στην οικονομία (2017) διαμορφώνεται σε €11,2
  • τη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών σε €10,1 (και στις υπόλοιπες βιομηχανικές δραστηριότητες σε επίπεδα κατά πολύ υψηλότερα του μέσου όρου της μεταποίησης πλην πετρελαιοειδών), 
  • το εμπόριο σε €8,8
  • τις επαγγελματικές υπηρεσίες σε €8,1,
  • τον τουρισμό σε €6,8
  • τις κατασκευές σε €5,7
  • τη γεωργία, κτηνοτροφία σε €4.8
Επισημαίνεται ότι το ωρομίσθιο στη δημόσια διοίκηση ανέρχεται σε €15,3, στην εκπαίδευση σε €19,3 και στην υγεία σε €10,3.

Προκύπτει, συνεπώς, όπως αναμένεται, αντιστοιχία των μισθολογικών αμοιβών με τα επίπεδα παραγωγικότητας, με την τελευταία να επηρεάζεται και από τη διάρθρωση ή το δημόσιο χαρακτήρα του κλάδου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λειτουργικά πλεονάσματα ανά ώρα εργασίας, που τείνουν να είναι υψηλότερα στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών (€12,1) απ’ ό,τι στον τουρισμό (€8,8), τις επαγγελματικές υπηρεσίες (€5) και το εμπόριο (€3,3).

Είναι, έτσι, σαφές ότι μια προτεραιοποίηση της ανάπτυξης της βιομηχανίας θα έχει ως αποτέλεσμα πολύ υψηλότερες μισθολογικές αμοιβές και υψηλότερα λειτουργικά πλεονάσματα από αντίστοιχες προσπάθειες σε άλλους κλάδους, με αποτέλεσμα την αύξηση της ευημερίας της κοινωνίας.

Η παραγωγικότητα της οικονομίας βρίσκεται σε συνεχή καθοδική πορεία από το 2007 και μετά, με την παραγωγικότητα της βιομηχανίας να έχει ήδη ανακάμψει στα προ κρίσης επίπεδα, με την παραγωγικότητα στον τουρισμό να ακολουθεί κατά πόδας, και, με την παραγωγικότητα στους υπόλοιπους επιχειρηματικούς κλάδους να ανακάμπτουν ελάχιστα ή και καθόλου (μεταφορές και αποθήκευση, εμπόριο).

Όσον αφορά στην παραγωγή, η μείωση του ΑΕΠ κατά 25% από το 2008 έως το 2013, συνοδεύθηκε με ανάλογη κατάρρευση των όγκων όλων των μεγάλων κλάδων της οικονομίας, με τη βιομηχανία να συρρικνώνεται, όμως, πολύ λιγότερο από την υπόλοιπη οικονομία. Έκτοτε, η βιομηχανική παραγωγή ανακάμπτει πολύ ταχύτερα από την υπόλοιπη οικονομία, καθώς η μεταποίηση στρέφεται στις εξαγωγές μετά την καθίζηση της εγχώριας ζήτησης, με την εξαίρεση του τουρισμού. Ο τελευταίος ανακάμπτει ακόμη ταχύτερα, κάτω από ιδιάζουσες, όμως, γεωπολιτικές συνθήκες, που έδωσαν μια τεράστια ώθηση στις τουριστικές ροές από το εξωτερικό, ανεξαρτήτως της εγχώριας κρίσης και ύφεσης.

Η παραγωγή της μεταποίησης στην Ελλάδα ανακάμπτει με την ίδια ταχύτητα όπως στην ΕΕ-28 από το 2013 και μετά. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να επανέλθει ταχύτερα στα προ κρίσης επίπεδα παραγωγής.

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΔΕΛΤΙΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΕΔΩ: https://www.sev.org.gr/Uploads/Documents/EconBulletin_16_07_2020_V5.pdf

Η αποσύνδεση των μισθών από την παραγωγικότητα – καθώς οι πρώτοι αυξάνονταν με σημαντικά μεγαλύτερο ρυθμό από τη δεύτερη – και η αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού είναι οι βασικές αιτίες της αποβιομηχάνισης της Ελλάδας, ιδίως κατά την περίοδο 1980-2000 σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΚΕΦίΜ «Μισθολογικό κόστος και παραγωγικότητα στη μεταποίηση: Η διαχρονική τους σχέση και η κατάσταση σήμερα».

Τα κύρια ευρήματα της μελέτης
  • Η μεγαλύτερη αύξηση του μισθολογικού κόστους έναντι της παραγωγικότητας στη μεταποίηση, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1980, σε συνδυασμό με την αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού απέβη καταλυτική για την αποβιομηχάνιση της Ελλάδας και τη μονομερή στροφή του παραγωγικού μοντέλου στον κλάδο των υπηρεσιών.
  • Το μισθολογικό κόστος δεν αποτελεί σήμερα αντικίνητρο ανάπτυξης στον κλάδο της μεταποίησης, καθώς από το 2013 και μετά η παραγωγικότητα του κλάδου αυξάνεται ταχύτερα από το μισθολογικό κόστος. Εμπόδια παραμένουν το μη μισθολογικό κόστος (φόροι και ασφαλιστικές εισφορές) και το αντιαναπτυξιακό ρυθμιστικό περιβάλλον.
  • Κατά την περίοδο 1960-2018, το μισθολογικό κόστος στη χώρα μας αυξανόταν ετησίως κατά μέσο όρο 11% περισσότερο απ’ ό,τι η παραγωγικότητα.
  • Η αποσύνδεση μισθολογικού κόστους και παραγωγικότητας κορυφώθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1981-2000, όταν το μισθολογικό κόστος αυξήθηκε με ετήσιο μέσο όρο 27% περισσότερο απ’ ό,τι η παραγωγικότητα. Ειδικά τα έτη 1982 και 1997, η διαφορά αυτή έφτασε το 38%.
  • Με την έναρξη της κρίσης, η παραγωγικότητα της μεταποίησης σημείωσε κατακόρυφη πτώση ενώ το μισθολογικό κόστος παρέμεινε αρχικά σχετικά σταθερό, με αποτέλεσμα η απασχόληση στη μεταποίηση να μειωθεί κατά 33% και ο αριθμός των επιχειρήσεων να μειωθεί κατά 28%.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΚΕΦΙΜ ΕΔΩ: https://www.kefim.org/misthologiko-kostos-kai-paragogikotita-sti-metapoiisi-i-diachroniki-toys-schesi-kai-i-katastasi-simera-meleti/

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ: Δεν αρκεί η (πολιτικά ορθή) ομολογία Μητσοτάκη,  για ευθύνες της Πολιτείας στην αποβιομηχάνιση, αν δεν ανοίξει και ο φάκελος διωγμού της βιομηχανίας.

No comments :

Post a Comment