16/06/2016

Άρης Βελουχιώτης (1905-1945)

Η πρόσφατη Ελληνική ιστορία αναφέρεται συνήθως μονόπλευρα σε άτομα και γεγονότα, αναλόγως προς την επιθυμητή εξυπηρέτηση διαφόρων σκοπιμοτήτων. Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πρόσωπα που έδρασαν στο χώρο της αριστεράς, κυρίως κατά την προπολεμική, την κατοχική περίοδο της Ελλάδας στον Β΄ΠΠ και λίγο μετά από αυτή, είναι και ο γνωστότερος ως Άρης Βελουχιώτης, του οποίου έφιππο άγαλμα κοσμεί κεντρικότατη πλατεία της Λαμίας, ενώ το όνομά του έχει δοθεί σε πολλές πλατείες και δρόμους. Για το θέμα αυτό, ο εγκατεστημένος στη Γαλλία από το 1975 αριστερός συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος, γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Ο κουραδοκόφτης», σελ. 127:«Η βιβλιογραφική καθώς και η προφορική μυθολογία περί Βελουχιώτη, αφήνει εκκρεμή σοβαρότατα προβλήματα. Η εθελοτυφλία των ιστοριογράφων, ισούται με την ανοησία του λαού. Στήσαμε τον ανδριάντα του Άρη στη Λαμία και πάψαμε να σκεφτόμαστε…»Ακολούθως επιχειρείται να παρουσιασθούν από αξιόπιστες πηγές στοιχεία για τον Άρη Βελουχιώτη, προκειμένου ο αναγνώστης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Ο Άρης Βελουχιώτης, παραμένει μέχρι και σήμερα μια έντονα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με φανατικούς υποστηρικτές, που τον θεωρούν και τον λατρεύουν ως ήρωα και ορκισμένους κατακριτές, που τον θεωρούν ως ένα ψυχοπαθή και στυγνό εγκληματία. Ενδεικτικά σημειώνονται μερικές από τις απόψεις προσωπικοτήτων της εποχής του, που αναφέρονται στο Βελουχιώτη.

Ο σώφρων πολιτικός και Καθηγητής Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πίστευε ότι: «Άντρας σαν τον Άρη Βελουχιώτη είναι ζήτημα αν γεννιέται ένας κάθε εκατό χρόνια.»

Ο Υποσμηναγός Ανδρέας Μωραΐτης, διατύπωσε την άποψη ότι: «Ήταν γεννημένος για αρχηγός. Η αντίληψη του, η διορατικότητα του, και η γρήγορη σύλληψη σχεδίου δράσεως και αντιπερισπασμού, ήταν φαινόμενα που θα ζήλευαν και οι καλύτεροι ηγήτορες καριέρας στρατιωτικοί και πολιτικοί.»

Ο Άγγλος Συνταγματάρχης Κρις Μοντάγκιου Γούντχαουζ επισήμανε ότι: «Ήταν η πολεμική μεγαλοφυΐα του ΕΛΑΣ»

Ο Υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρόμαγλου σημείωσε ότι: «Αυτός επέβαλε τη σιδηρά πειθαρχία στα τμήματα του ΕΛΑΣ(…) Ήταν πανταχού παρών, εμπνέων τον θαυμασμό και τον φόβο, μεταδίδων εμπιστοσύνη και αισιοδοξία στους αντάρτες του και απογοήτευση στους άλλους.»

Από την άλλη, o «Άρης Βελουχιώτης» δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτιμήσεως εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ, από της εποχής της εγγραφής του στο Κόμμα. Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. θεωρούσαν το Θανάση Κλάρα ως άνθρωπο αναξιόπιστο, γκρινιάρη, κακομοίρη, δύστροπο, άθλιο και ελεεινό και γι’ αυτό του είχαν προσδώσει τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό του «Μιζέρια». Αυτό το γνώριζε και ο ίδιος, αφού με την προσωνυμία αυτή τον αποκαλούσαν περιφρονητικά «σύντροφοι» του.

O «Ριζοσπάστης», εμμέσως πλην σαφώς, του απέδωσε τα εγκλήματα που είχε διαπράξει και στις 3 Απριλίου 1945, γράφοντας ότι: «Έγινε ένα κίνημα, που όλοι αναγνωρίζουν, ότι δεν έπρεπε να γίνει, ότι έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Και δυστυχώς κατά το κίνημα αυτό έγιναν, όσα έγιναν, εναντίον αμάχων και αθώων».

Ο Άρης Βελουχιώτης, συν τοις άλλοις, κατηγορείται ευθέως ως μέθυσος, σαδιστής και ανώμαλος (κίναιδος). Για τα ελαττώματά του αυτά, μιλούν πολλοί και μάλιστα αρκετοί εκ προσωπικής αντιλήψεως, ως και «σύντροφοί» του και στενοί συνεργάτες του.

Ο αριστερός συγγραφέας Ανδρέας Κέδρος, αναφερόμενος στις σεξουαλικές διαστροφές του Άρη Βελουχιώτη, γράφει στην σελίδα 160, του βιβλίου του με τίτλο «Η Ελληνική Αντίσταση», τόμος Α΄, τα εξής: «…Κυκλοφορούσε γι’ αυτόν η φήμη πως ήταν ομοφυλόφιλος. Βασιζόταν η φήμη στο ότι τον συνόδευε πάντοτε ένας υπασπιστής, «όμορφο παλικάρι με ρόδινα μάγουλα…». Ήταν έντονη η φήμη, πως ο Βελουχιώτης δεν ήθελε οι άντρες του να συναναστρέφονται και να έχουν ερωτικές σχέσεις με γυναίκες.

Το κομμουνιστικό περιοδικό «Ιδεοδρόμιο», το 1980 δημοσιεύει μία φωτοσύνθεση που παρουσιάζει τον Άρη Βελουχιώτη να φορά γυναικεία εσώρουχα και την οποία αναδημοσίευσε το μηνιαίο περιοδικό «Ντοκουμέντα 1940-1949» του «Ινστιτούτου Σπουδής της Ιστορίας», Α τόμος, σελίδα 74, ενισχύοντας έτσι τα περί σεξουαλικών του διαστροφών.

Μία εικόνα του χαρακτήρα του «Άρη Βελουχιώτη» και του τρόπου με τον οποίον επιβαλλόταν επί των «συντρόφων» του, δίνει και ο υπογράφων ως «Καπετάν Νικήτας» του ΕΛΑΣ. (Γεώργιος Σπυρόπουλος). Αυτός, σε δημοσιευθείσα την 26η Φεβρουαρίου 1988 επιστολή του στην εφημερίδα «Αυριανή», αποκαλεί τον Άρη «κοινό δολοφόνο αθώων συναγωνιστών» και γράφει μεταξύ άλλων:Ο Άρης Βελουχιώτης ήταν σκληρός στους αδυνάτους και δειλός στους δυνατούς. Ήθελε να είχε αυτός πάντοτε το βέτο, το προβάδισμα, ήθελε να είχε την ηγεσία αυτός μόνον της Εθνικής Αντίστασης. Γι’ αυτό όσους από τους συναγωνιστές μας θεωρούσε ύποπτους ανατροπής του, τους δολοφονούσε ο ίδιος εν ψυχρώ. Με πολύ πόνο αναφέρω τη δολοφονία πολλών παλικαριών αγωνιστών, που δολοφόνησε ο ίδιος ο Βελουχιώτης και άλλους που εξόντωσε με βασανιστήρια το πρωτοπαλίκαρο του Άρη, ο Καραλίβανος, με προσωπική εντολή του Βελουχιώτη… Ο Άρης Βελουχιώτης υπήρξε κοινός δολοφόνος αθώων συναγωνιστών μας… Ο Άρης Βελουχιώτης υπήρξε αρνητικό στοιχείο στον ταξικό αγώνα. Υπήρξε ύπουλος και δόλιος, σκληρός και αδίστακτος. Είχε μεγάλη εγωπάθεια και αλαζονεία. Όποιος από τους αγωνιστές μας είχε ορισμένες αντιρρήσεις, εδολοφονείτο επί τόπου, σαν αντιδραστικός και εχθρός του λαϊκού αγώνα.

Ο Οργανωτικός Γραμματεύς της Ε.Π.Ο.Ν. Ηπείρου 1942-1945 και μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Ε.Π.Ο.Ν. Κώστας Καλυβιώτης γράφει στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής», της 18ης Ιανουαρίου 1998, διαμαρτυρόμενος «δια τον καιγόμενο τελευταίως λιβανωτό εις τον Άρη Βελουχιώτη», από ορισμένους, όπως τους χαρακτηρίζει, όψιμους ιστορικούς συγγραφείς. Απευθυνόμενος προς τους ταπεινά και εξευτελιστικά κολακεύοντες τον Βελουχιώτη, σημειώνει, με σαφή υπονοούμενα περί της «σχέσεως» μεταξύ των διαβόητων «μαυροσκούφηδων» και του «Άρη Βελουχιώτη», τα εξής: «Αν κάποιος από εσάς που γράφετε –όπως γράφετε– την ιστορία του Άρη, θελήσει να ερευνήσει «τον βίο και την πολιτεία» των 18-20 «παλικαριών» που είχε έμπιστους γύρω του ο Άρης, θ’ αναγκαστεί να ανακαλέσει ό,τι έχει γράψει.»

Ο συνεργάτης του Συνταγματάρχη Ψαρρού Γεώργιος Καϊμάρας, στην σελίδα 38 του βιβλίου του «Εθνική αντίσταση του 5/42 Συνάγματος Ευζώνων Ψαρρού 1941-1944», αναφερόμενος και αυτός στις σαδιστικές μεθόδους και τα φρικιαστικά βασανιστήρια, μέσω των οποίων ο Βελουχιώτης επιβαλλόταν, τόσον επί των κατοίκων της υπαίθρου, όσον και επί των ανταρτών του, γράφει και τα εξής: «Κατά την κατοχή, λόγω της μειονεκτικής του θέσεως, έναντι της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε, του μεγάλου κομματικού φανατισμού και πάθους, ο Άρης Βελουχιώτης παρουσιαζότανε ως άτομο εγωπαθές και θηριώδες, στερούμενο ανθρωπισμού και ευγενών αισθημάτων. Δια τον αγώνα του, η ανθρωπινή ζωή δεν είχε ουδεμία αξία… Ουδέποτε τον συγκίνησε η ανθρωπινή ζωή ή ο πόνος, δι’ αυτό βασάνιζε, κακοποιούσε και εκτελούσε, πολλάκις δια των ιδίων του χειρών, ανθρώπους και δια μικροπαραπτώματα ακόμη (π.χ. κλοπή προβάτου ή κυψέλης κλπ.). Ήταν ανελέητα σκληρός και δεν δίσταζε να λέει ότι αν είναι να γλιτώσει ένας ένοχος, ας πάνε και εννιά αθώοι, όπως τον περιγράφει ο καπετάν Νικηφόρος (Δ. Δημητρίου) του ΕΛΑΣ, εις την εφημερίδα “Τα Νέα» της 23.9.1975”».

Για την σαδιστική εξ άλλου συμπεριφορά του «Άρη Βελουχιώτη», μιλάει ο άλλοτε Υπαρχηγός του Κ.Κ.Ε. Γιάννης Ιωαννίδης. Γράφει τα εξής ανατριχιαστικά, ως προς τον τρόπο ψυχαγωγίας του «Πρωτοκαπετάνιου»: Έπιανε ένα παιδί, λόγου χάρη τσοπανόπουλο. Του έλεγε: «Στάσου εκεί!». Αυτό, φοβισμένο, στεκόταν. Τραβούσε ο Άρης το πιστόλι και μπαμ μια πιστολιά κοντά στο αυτί του παιδιού. Όχι βέβαια για να το σκοτώσει. Και ύστερα: Χα, χα, ο Άρης μπροστά στους αντάρτες του. Πόσα άλλα τέτοια δε μου είπε τότε ο Σιάντος, που τα είχε μαζεμένα. Έ, μπορούσες έναν τέτοιο άνθρωπο να τον κρατάς επικεφαλής του αντάρτικου, επικεφαλής ενός μαζικού στρατού, όπως σκεπτόμασταν από τότε ακόμα ότι θα γινόταν ο ΕΛΑΣ και προσπαθούσαμε να τον κάνουμε; («Αναμνήσεις», σελίδα 160).

Ο αριστερός συγγραφέας και λαογράφος, Ηλίας Πετρόπουλος επιβεβαιώνει τον Ιωαννίδη, αναφέροντας στο βιβλίο του «Ο κουραδοκόφτης», ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, που αναδεικνύει τη ψυχοσύνθεση του Βελουχιώτη, με τραγικό πρωταγωνιστή έναν σύντροφό του, τον Κωνσταντίνο Τρυφερούλη: «Κάποτε στο βουνό, ο Τρυφερούλης μαγείρεψε μια οκά φακές για να φάνε οι αντάρτες του Άρη. Όπου βάζει ο Διάολος το χέρι του και καθώς έτρωγε τις φακές του ο Βελουχιώτης, μια πέτρα σκάλωσε στα δόντια του. Ο Βελουχιώτης πετάχτηκε όρθιος και ούρλιαξε: «Παλιοπούστη, δεν καθάρισες καλά τις φακές»! Τράβηξε το μαχαίρι του, όρμησε στον έφηβο Τρυφερούλη, τον έριξε χάμω και άρχισε να τον χτυπάει. Τελικά, ο Άρης ξεκαρδισμένος στα γέλια τον ρώτησε: «Φοβήθηκες ρε»; Αυτό το κρύο αστειάκι, δείχνει θαυμάσια την κτηνώδη ψυχοσύνθεση του Βελουχιώτη.» Και τονίζει ο Πετρόπουλος στο ίδιο βιβλίο:«Ο Βελουχιώτης ήταν φονιάς. Η μπαμπέσικη δολοφονία του Ψαρρού δεν είναι το μοναδικό του έγκλημα. Καθήκον των ιστορικόν παραμένει η εξιχνίαση και απαρίθμηση όλων των σφαγών του Άρη. Οι παλιοί καπετάνιοι του ΕΛΑΣ. Όσοι έγραψαν απομνημονεύματα, απέφυγαν συστηματικά να ομολογήσουν κάτι γι αυτές τις άγριες σφαγές.»

Ο Βρετανός συνταγματάρχης σύνδεσμος μετά του ΕΛΑΣ. Νίκολας Χάμοντ, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Άρη Βελουχιώτη, στην σελίδα 136 του βιβλίου του «Με τους αντάρτες 1943-44» γράφει γι’ αυτόν τα εξής: «Ο Άρης, ο πρώτος «καπετάνιος» του ΕΛΑΣ, ήταν διάσημος για την γενναιότητα αλλά και την σκληρότητά του. Αιμοβόρος και σαδιστής, διεκπεραίωνε τη «βρώμικη δουλειά» του κομμουνιστικού αγώνα. Είχε δολοφονήσει πολλούς συμπατριώτες του… Αντιπροσώπευε βασικά τον τουρκικό τύπο του τραμπούκου, στην ελληνική του εκδοχή.»

Ο Βρετανός λοχαγός Ντένις Χάμσον, στις σελίδες 77 και 78 του βιβλίου του «Με τους Έλληνες στο Γοργοπόταμο», γράφει τα εξής: «Η πρώτη μου εντύπωση από τον Άρη -ο οποίος αργότερα θα ήταν τόσο φιλικός μαζί μου όσο δεν ήταν ποτέ με οποιοδήποτε ξένο- ήταν δυσάρεστη. Μέσα σ’ εκείνες τις στιγμές κατάλαβα κάπως το ποιόν του -ήταν κάποιος που δεν σεβόταν ανθρώπους, ένας σκληρός, ψυχρός άντρας. Νομίζω πως ήταν ο πιο αδίστακτος άντρας που γνώρισα ποτέ, ο πιο σκληρός, ο πιο ψύχραιμος. Ήταν ένας πρώην δάσκαλος, που είχε καταδικαστεί στην Ελλάδα για ομοφυλοφιλικά αδικήματα… Ένας έξυπνος, ικανός άντρας, χωρίς καρδιά, χωρίς ανθρώπινη συμπόνια, ένας θαυμάσιος ψυχολόγος, ένας φανατικός αρχηγός. Αργότερα, όταν τον γνώρισα καλύτερα, δεν είχα καμία αμφιβολία πως μετά από οινοποσία μαζί μου μιας ολόκληρης μέρας, μέσα στην πιο φιλική ατμόσφαιρα, θα με είχε κυριολεκτικό γδάρει ζωντανό αν νόμιζε πως αυτό τον συνέφερε.»

Ο διατελέσας βοηθός του Αμερικανού Στρατιωτικού Ακολούθου στην Ελληνική Πρεσβεία Ουΐλιαμ Μακνήλ γράφει, επίσης, στην σελίδα 55 του βιβλίου του «Το ελληνικό δίλημμα, πόλεμος και επακόλουθα», μεταξύ πολλών άλλων και τα εξής:«Ο Άρης Βελουχιώτης ήταν κομμουνιστής και σαδιστής… Η ομάς του απέκτησε φήμη δι’ απεριόριστη απανθρωπιά και τόλμη. Συχνάκις υπηρέτησε εις ειδικό εκτελεστικό απόσπασμα, το οποίον βασάνισε και φόνευσε άνδρες καταδικασθέντες υπό των λαϊκών δικαστηρίων.»

Ο Νεοζηλανδός λοχαγός Ουίλλιαμ Τζόρνταν, στο βιβλίο του με τον τίτλο: «Η αλήθεια περί της Ελλάδος», αποκαλεί τον Άρη Βελουχιώτη: «Ο κόκκινος φύρερ της Ελλάδος» και υποστηρίζει ότι:«…διώχτηκε νέος από το πατρικό του σπίτι, που το είχε ατιμάσει με τις αποτρόπαιες και αναίσχυντες εκδηλώσεις της σεξουαλικής του διαστροφής……Έφθασε στην ομοφυλοφιλία και ήταν εκ γενετής διεστραμμένος και σαδιστής…προ παντός όμως ήταν εγκληματίας. Ένας από τους απαισιώτερους εγκληματίες που γέννησε ποτέ, σε ώρα συμφοράς για τους ανθρώπους, η φύση. Ήτανε κάτι χειρότερο από εγκληματίας. Ήτανε κακούργος σαδιστής… Και πρέπει να ομολογήσουμε πως ο Αθανάσιος Κλάρας ήταν αναντίρρητα κορυφή στην επιστήμη των βασανιστηρίων… το μαστίγωμα ήταν η αβρότερη από τις εκδηλώσεις του προς εκείνους που είχανε τη δυστυχία να τον δυσαρεστήσουν… Το αγαπημένο μαρτύριο του Άρη, η μεγαλύτερή του διασκέδαση, ήτανε να χαράζει βαθιά το κορμί των θυμάτων του και να χύνει καυτό λάδι μέσα στις πληγές. Συχνά για ποικιλία προτιμούσε να παραγεμίζει τις τομές με αλάτι. Ένα άλλο από τ’ αστεία του ζωηρού αυτού παιδιού ήτανε να κόβει τους μαστούς των γυναικών ή να ξεριζώνει τ’ αυτιά των δημάρχων και των προέδρων κοινοτήτων, των χωριών που δεν είχαν εκδηλώσει μεγάλο ΕΑΜικό ενθουσιασμό…»

Ο κομμουνιστής καθηγητής Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, διατελέσας και βουλευτής της Ε.Δ.Α, σε συνέντευξή του στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 5ης Μαρτίου 1980 παραδέχεται ότι: «Άσχετα προς τα αίτια όμως της παθήσεως (σ.σ.: Πρόβλημα ανδρικής ανικανότητας), συνάγεται πως ο ελαττωματικός «πρωτοκαπετάνιος» θανάτωνε, για να επιδεικνύει τον ανδρισμό του ή για να εκδικείται το ελάττωμά του». «Σαν τελικό συμπέρασμα που μπορώ να πω, είναι ότι ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ ήταν μια δυνατή, αλλά διχασμένη προσωπικότητα (σ.σ.: σχιζοφρενής). Υπέφερε από ψυχικά τραύματα, π.χ. από ισχυρό πλέγμα μειονεξίας, λόγω της διαγραφής του από το Κ.Κ.Ε., εξαιτίας μιας «δηλώσεως μετανοίας» που είχε κάνει στο απώτερο παρελθόν. Υπέφερε ακόμη και από άλλα, ειδικής φύσεως απωθημένα, δημιουργημένα από ορισμένη λειτουργική ανεπάρκεια, που του είχε προκαλέσει ο παρατεταμένος βασανισμός του με πάγο, που τον είχαν υποβάλει, κατά την ομολογία του ίδιου… Εξάλλου, η λειτουργική ανεπάρκειά του, για την οποία μου είχε μιλήσει ο ίδιος, του προκαλούσε αντισταθμιστική ψυχική αντίδραση και τότε φαίνεται ότι γινότανε ένας επιθετικός, σκληρός και αδυσώπητος άνθρωπος, όπως κυκλοφορούσε η φήμη στο αντάρτικο και στον πληθυσμό…»

Αξίζει να αναφερθεί και η μαρτυρία (παρ’ ότι μπορεί να θεωρηθεί «ελέγξιμη») του Στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, ο οποίος στα απομνημονεύματά του έγραψε ότι ο Βελουχιώτης, σε ένα ορεινό χωριό της Φθιώτιδος έσφαξε με τα χέρια του ένα 12χρονο κοριτσάκι επειδή σύμφωνα με το αρρωστημένο του μυαλό ήταν…πράκτορας των Γερμανών!

Μια γνωστή και δυστυχώς αδιαμφισβήτητη θηριωδία του Βελουχιώτη, (Περιοδικό «Ντοκουμέντα 1940-1949») αποτέλεσε η δολοφονία, κοντά στο χωριό Κολοκυθιά, του δεκατριάχρονου Γεώργιου Μαραθέα, που είχε απαγάγει δυο μήνες νωρίτερα. Ο πατέρας Ν. Μαραθέας είχε το τσιφλίκι του στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού. Ο Μαραθέας, είχε καταγωγή από τον Πλάτανο Ναυπακτίας. Η συμπεριφορά του ήταν καθαρά φεουδαρχική -κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας- και εκμεταλλευόταν στυγνά, τους χωρικούς τους οποίους θεωρούσε κολίγους. Το τεράστιο κτήμα του είχε έκταση πάνω από 45.000 στρέμματα. Στο κτήμα είχαν γίνει μεγάλα αντιπλημμυρικά έργα από αιχμαλώτους των Βαλκανικών Πολέμων. Δύο ολόκληρα χωριά, η Τσάμπα και το Μπεκριλέρ, που οι κάτοικοι τους ήταν κολίγοι στους αδελφούς Μαραθέα, αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν. Οι κάτοικοί τους που άντεξαν και συμβίωσαν επί αιώνες με τον Τούρκο κατακτητή, υπέκυψαν τελικά στην απληστία και την αυταρχικότητα του Μαραθέα. Οι κάτοικοι της Τσόμπας γύρω στα 1900 κατέφυγαν στο Τσουφλάρ, τη σημερινή Σοφιάδα Δομοκού, και οι κάτοικοι του Μπεκριλέρ το 1920 στο Καραλάρ, το σημερινό Γραμματικό Καρδίτσας. Τον Απρίλιο του 1925, 216 οικογένειες προσφύγων από το Μικρό και το Μεγάλο Μοναστήρι της Ανατολικής Ρωμυλίας, εγκαταστάθηκαν στα ερειπωμένα αυτά χωριά με απόφαση του ελληνικού κράτους και μετά από απαλλοτρίωση τμήματος του κτήματος του Μαραθέα. Ο Μαραθέας αντέδρασε στην εγκατάσταση των προσφύγων με άκρως βίαιο τρόπο. Άρχισε τότε κανονικός πόλεμος μεταξύ των φτωχών προσφύγων και των υποτακτικών του Μαραθέα, που άλλοτε τουφεκούσαν στον αέρα για εκφοβισμό και άλλοτε έριχναν στο ψαχνό για να μην μπουν στο τσιφλίκι του. Αποφασισμένοι οι πρόσφυγες αντέδρασαν δυναμικά και τελικά κατέβαλαν τους άντρες του Μαραθέα. Κατάφεραν και ρίζωσαν στον τόπο. Το χωριό τους το ονόμασαν Νέο Μοναστήρι και χάρη στην σκληρή δουλειά τους το μετέτρεψαν σε μικρή κωμόπολη. Ο Μαραθέας όμως αυτό δεν τους το συγχώρεσε ποτέ. Στην Κατοχή, έβαλε τους Ιταλούς να χτυπήσουν τους χωρικούς, γιατί έκλεβαν τις αποθήκες και τα χωράφια του. Με την συνεργασία του, βασανίστηκαν κι εκτελέστηκαν απ’ τους Ιταλούς κατακτητές, έντεκα απ’ αυτούς και κάηκαν 40 σπίτια τους, στις 26 Μαΐου του 1942.

Ο Άρης Βελουχιώτης για εκδίκηση, αλλά και για λύτρα απήγαγε τον γιο του. Το «σχέδιο» καταστρώθηκε γρήγορα και εύκολα και η εκτέλεση του ήταν ακόμη πιο εύκολη.Το πρωί της 11ης Ιουλίου 1942 η κ. Μαραθέα με την κόρη της, την μικρή Ελένη, που ήταν άρρωστη, έφυγαν για την Λαμία. Θα επέστρεψαν ίσως την επομένη. Στο σπίτι παρέμεινε ο πατέρας και ο γιος, μισοάρρωστος κι αυτός, αφού μόλις είχε περάσει μια πλευρίτιδα σοβαρής μορφής. Στο σπίτι έμενε ακόμη και ο φύλακας με τον μικρό του γιο.Στις 10 ακριβώς το βράδυ οι άνδρες του Βελουχιώτη έσπασαν την πόρτα του σπιτιού. Με φωνές και με βρισιές έδεσαν τον φύλακα και με πυροβολισμούς δολοφόνησαν επί τόπου τον Ν. Μαραθέα. Τα δύο παιδιά, τον γιο του φύλακα και τον Γ. Μαραθέα τους άρπαξαν από τα κρεβάτια τους. Ο μικρός Μαραθέας το μόνο που τους ζήτησε, ήταν να του επιτρέψουν να ντυθεί πρόχειρα. Το τρομερό νέο έφθασε στην Λαμία την άλλη μέρα το πρωί. Και χρειάστηκε να περάσουν πολλές ώρες για να βρεθούν μερικοί γνωστοί και συγγενείς να πληροφορήσουν την κ. Μαραθέα για το τι έγινε το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι της. Όλοι στην Λαμία και στα γύρω χωριά είχαν παγώσει από τον φόβο. Κανείς από τους κατοίκους της Λαμίας δεν δεχόταν να πάει μέχρι το κτήμα για να μάθει τι ακριβώς έγινε. Οι συγγενείς φοβόντουσαν περισσότερο. Μόλις κατόρθωσαν να πείσουν δυο γιατρούς, οι οποίοι με ένα αυτοκίνητο έφεραν το πτώμα του Ν. Μαραθέα στην πόλη. Τη μικρή Ελένη την κράτησαν στο σπίτι του πρώην βουλευτού Γεωργίου Πλατή. Τα πράγματα «ξεκαθάρισαν» κάπως μετά από μια εβδομάδα. Στο σπίτι που διέμενε η κ. Μαραθέα, κάτω από την πόρτα, ρίχθηκε ένα γράμμα με δύο σημειώματα. Στο ένα έγραφε ότι, για να χαρισθεί η ζωή του παιδιού έπρεπε, μεταξύ των άλλων, να δοθούν 100 εκατομμύρια δραχμές στους κολίγους. Το δεύτερο, ήταν ένα σημείωμα του μικρού Γιώργου που έγραφε: «Μαμά, μην ανησυχείτε, είμαι καλά. Να κάνετε ότι σας λένε οι άνθρωποι».

Πολλοί που είχαν ορισμένες επαφές με τους αντάρτες του Κ.Κ.Ε. στην Αθήνα, κινητοποιήθηκαν όπως είπαν δραστήρια. Ίσως και ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο οποίος δεν πίστευε στ’ αυτιά του ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως και πολλοί άλλοι από το ΚΚΕ. Η αρπαγή ενός μικρού άρρωστου παιδιού δέκα τριών μόλις χρόνων και η απαίτηση για λύτρα ήταν πράξη ληστρική και ίσως να συγκίνησε μερικούς. Η μάνα κινήθηκε προς άλλες κατευθύνσεις. Τόσα χρήματα δεν υπήρχαν. Έπρεπε να πάρει ένα ενυπόθηκο δάνειο και γι’ αυτό χρειαζόταν να προηγηθούν ορισμένες διαδικασίες, νομικές και άλλες. Έπρεπε να νομιμοποιηθεί η κ. Μαραθέα σαν διαχειριστής της περιουσίας, να εγκρίνει η Τράπεζα το δάνειο και μετά, κυρίως αυτό, να δώσουν την έγκριση οι Ιταλοί, για την λήψη του δανείου. Όλα αυτά, βεβαίως, ήθελαν αρκετό χρόνο και η χαροκαμένη μάνα δημοσίευσε στις εφημερίδες «Ειδοποίηση» και «Ριζοσπάστη» μια έκκληση, με την οποία παρακαλούσε τον Βελουχιώτη και τους άνδρες του να της χορηγήσουν προθεσμία ενός μηνός. Οι Ιταλοί, με την παρέμβαση και της τότε Ελληνικής Κυβερνήσεως, τελικά ενέκριναν την χορήγηση του δανείου και τότε, η κ. Μαραθέα, σύμφωνα πάντοτε με τις «εντολές» του Κ.Κ.Ε, διά του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ιατρίδη, έκανε τις πράξεις «δωρεάς».

Ο καιρός όμως περνούσε, αλλά δεν άφησαν ελεύθερο το παιδάκι. Επί ημέρες το περιέφεραν στα βουνά ξυπόλητο, με υψηλό πυρετό. Μετά από τρεις περίπου μήνες, βρέθηκε το πτώμα του σε μια χαράδρα, κοντά στο χωριό Κολοκυθιά. Ο Βελουχιώτης σε κατάσταση πλήρους μέθης είχε σκοτώσει το παιδί με τα ίδια του τα χέρια, στις 20 Αυγούστου 1942. Ο μικρός είχε βασανισθεί απάνθρωπα, κι αυτοί τότε που το βρήκαν και το έθαψαν πρόχειρα, καταμέτρησαν στο βασανισμένο κορμί του μικρού παιδιού 36 μαχαιριές! Η μάνα του και η μικρότερη αδελφή του δεν μπόρεσαν να το δουν ούτε νεκρό και κατακομματιασμένο…

Ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Φοίβος Γρηγοριάδης («Φώτης Βερμαίος»), γράφει για το ίδιο θέμα:«Τά αποσπάσματα χτενίζουν τον τόπο. Η ομάδα χάνεται, «λουφάζει». Τι να γίνονται τα παιδιά;…Ζαλισμένη κι απελπισμένη η μητέρα, καταφεύγει στα προπολεμικά μέσα. Κατεβαίνει στην Αθήνα. Βρίσκει τον πολιτευτή Δομοκού, Στάθη Μαλαμίδα. Εκείνος τον Ηλία Τσιριμώκο. Κι ο τελευταίος απευθύνεται στην κομμουνιστική ηγεσία, με επιτιμητικές απορίες:- “Αλήθεια, αντάρτες έκαναν απαγωγή παιδιών; Αλήθεια ζητούν λύτρα για νά τ’ αφήσουν;”» Στην Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει. Φρόντισε να τους ενημερώσει ο Βελουχιώτης με αναφορά του. Ο απεσταλμένος του, έριξε ταυτοχρόνως και δυο σημειώματά του στα γραμματοκιβώτια των εφημερίδων «Πρωία» και «Ελεύθερο Βήμα». Η χήρα πρέπει να δημοσιεύσει επιστολή στις εφημερίδες, με διαβεβαίωση ότι έδωσε αποζημιώσεις στους κολίγους, εκουσίως. Και ότι αναγνωρίζει πως δεν ευθύνονται αυτοί, για ό,τι συνέβη με τον άντρα της. Εκείνος φταίει…

Δεν είναι υποκριτική η αγανάκτηση μερικών στο Κ.Κ.Ε., όταν μαθαίνουν το τι έγινε στο χωριό του Δομοκού. Τουλάχιστον ο Κ. Καραγεώργης δεν ανέχεται τα λύτρα και την ομηρία. Ο σύνδεσμος του Βελουχιώτη φεύγει πίσω για τα λημέρια του, με ρητή εντολή: Ν’ αφήσει αμέσως ελεύθερα τα δύο παιδιά. «Καλά, απαντά εκείνος στον σύνδεσμο. Θα τ’ αφήσω αφού το πήραν έτσι οι «πουριτανοί». Μόλις ξεμακρύνουν τ’ αποσπάσματα, θα τ’ αφήσω.» Μήνα ολόκληρο και παραπάνω, μετά την απαγωγή, θ’ αφήσει το ένα. Το γιο του επιστάτη. Το άλλο παιδί, ποτέ δεν θα το δει η συφοριασμένη μητέρα του. Πολύ αργότερα, μετά από δύο μήνες και πλέον, θα γίνει γνωστό το τέλος του. Το σκότωσε ο Βελουχιώτης κοντά στο χωριό Κολοκυθιά, κατά τις 20 Αυγούστου 1942.

Ο πιστός σύντροφος του Βελουχιώτη, ο περιώνυμος παπα-Ανυπόμονος (αρχιμανδρίτης Γερμανός Δημάκος), μέσα απ’ τα απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν το 2004, θα προσθέσει ακόμη μια τραγική λεπτομέρεια: Τον νεαρό Μαραθέα, ο Βελουχιώτης τον σκότωσε μαζί μ’ έναν σύντροφό του, τον «Αχιλλέα» (Τάσο Ελευθερίου), ο οποίος προηγουμένως είχε βιάσει το παιδί («Στο βουνό με τον σταυρό κοντά στον Άρη», σελ. 364-369).

Γιατί, η τόση και τόσο αδικαιολόγητη θηριωδία εκ μέρους του Βελουχιώτη; Κατά τις δικαιολογίες του, για αντίποινα. Γιατί, αποσπάσματα πιάσανε έναν αντάρτη του (τον Ν. Λίβα) και τον σκότωσαν στις φυλακές Λαμίας! Η απαράδεκτη εξήγηση, θα δώσει λαβή φρικιαστικών υπονοιών αργότερα, σε αρκετά κομματικά στελέχη: «Αν ήταν για αντίποινα, έπρεπε να το πει. Όχι, θα τον έπιασε κανένας σαδιστικός παροξυσμός…». Ό,τι και αν ήταν, το έγκλημα έβαλε την σφραγίδα του, στην πρώτη «δράση» της πρώτης ομάδος του ΕΛΑΣ. Χωρίς καμιά κύρωση στον παραβάτη της εντολής από την Αθήνα, «Να αφήσει αμέσως τα παιδιά». Και όχι μόνο χωρίς κύρωση, αλλά και με προαγωγή του τον ίδιο καιρό. Γίνεται πια αρχηγός της Ρούμελης. Και στη συνέχεια, το ίδιο θα γίνεται. Φωνές, επιτιμήσεις και κομματικές απειλές για μερικές, όχι για όλες τις θηριωδίες του. Παράλληλα δε, ανεβαίνει στην ιεραρχία του ΕΛΑΣ. Οι κομματικές εξηγήσεις δεν θα λείψουν για την ανακολουθία. Αρχής γενομένης από το πρώτο ανατριχιαστικό έγκλημα, με τον φόνο του μικρού Μαραθέα. Αργεί πολύ να γίνει γνωστό το τέλος της γκαγκστερικής επιχειρήσεως. Πριν από αυτό, μαθεύεται κάτι άλλο: Μια θεαματική πολεμική επιτυχία του Βελουχιώτη, την λεγομένη μάχη της Ρικάς, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.

Ένα ακόμη περιστατικό φόνου παιδιών, με ηθικό αυτουργό αυτή τη φορά, το Βελουχιώτη, είναι κι αυτό που αφορά τις αδελφές Κόρδα. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου του 1942 εκτελέστηκαν με εντολή του Άρη Βελουχιώτη, οι δυο κόρες (12 και 13 ετών) του Ιωάννη Κόρδα από τους Κοχλιούς Ευρυτανίας, επειδή αυτός εγκατέλειψε τον ΕΛΑΣ, στον οποίο είχε καταταγεί για λίγες μέρες. Τα δυο κορίτσια σφαγιάσθηκαν με μαχαίρι από δυο άντρες του ΕΛΑΣ, στους οποίους δεν είχε εμπιστοσύνη ό Άρης και τους οποίους ήθελε να αναμίξει στο έγκλημα. Οι δυο αυτοί αντάρτες έγιναν εκτελεστές, παρά τη θέλησή τους και κάτω από την απειλή της σφαγής τους από δυο καπεταναίους τους Άρη (ή θα τα σφάξετε ή θα σφάξουμε εμείς εσάς).

Ο Άρης Βελουχιώτης κατηγορήθηκε και για εσχάτη προδοσία. Πιο συγκεκριμένα, ότι για να στραφεί εναντίον του ΕΔΕΣ, προτίμησε να «χαλαρώσει» τον πόλεμο κατά των στρατευμάτων κατοχής, ενώ για τον σκοπό αυτό ζήτησε και την συνδρομή ανταρτικών ομάδων των ομορών μας κρατών:
1) Υπ’ αριθ. 290/6.10.43 και 302/13.10.43 Διαταγές της VΙΙης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, δια των οποίων αποδεικνύεται η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Γερμανών προς εξόντωση των εθνικών ανταρτικών ομάδων του ΕΔΕΣ (φωτοτυπίες εις σελίδας 16 και 19 «Βίβλου της Εθνοπροδοσίας» εκδόσεως 1961). Οι διαταγές αυτές αναφέρουν μεταξύ άλλων:
«Μέχρι νεωτέρας διαταγής, παύσατε πάσα ενέργεια είτε εναντίον Γερμανών, είτε εις τις οδούς, είτε εις την ύπαιθρο, έστω και μεμονωμένα…».
«Εζητήθη από Γερμανούς εκ μέρους μας, παράταση εκεχειρίας μέχρι 20ής τρέχοντος, μέχρι της οποίας δεν θα προβείτε εις ουδεμία επιθετική ενέργεια κατ’ αυτών».
2) Διαταγή της 20.10.43, υπογραφομένη υπό του Άρη Βελουχιώτη, προς VIIIη Μεραρχία του ΕΛΑΣ, δια της οποίας διετάσσετο η αποφυγή ενόπλου δράσεως εναντίον των Γερμανών, με την αιτιολογία ότι μια τέτοια ενέργεια χαρακτηρίζεται ως «απολύτως εσφαλμένη και ασύμφορος».Παράλληλα προέβλεπε τη συγκέντρωση όλων των διαθεσίμων δυνάμεων του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ, δεδομένου ότι, κατά την γνώμη του: «Είναι προτιμότερο να διανοίξουν οι Γερμανοί την οδό Ιωαννίνων – Μετσόβου – Καλαμπάκας, παρά να εξακολούθηση υφιστάμενος ο ΕΔΕΣ, έστω και μια βδομάδα ακόμα» (φωτοτυπία εις σελίδα 20 «Βίβλου Εθνοπροδοσίας», εκδόσεως 1961).
3) Διαταγή υπ’ αριθ. Ε.Π. 110/20.10.43 Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, προς τα τμήματα του ΕΛΑΣ, δια της οποίας ο Άρης Βελουχιώτης διάτασσε: «Αφήσατε ανενόχλητους τους Γερμανούς και συνεργασθείτε πάση θυσία μετά Κόζιακα» (φωτοτυπία εις σελίδα 22 «Βίβλου Εθνοπροδοσίας», εκδόσεως 1961).
4) Έγγραφο Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, από 26.11.43, υπογραφόμενο υπό του Άρη Βελουχιώτη, προς το μέλος του Επιτελείου του Αλβανικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, σύντροφο Τζιώτζια, δια του οποίου εζητείτο η συνδρομή των Αλβανών και η παροχή εις τον ΕΛΑΣ πυρομαχικών, για την εξόντωση των εθνικών ανταρτικών ομάδων του Ε.Δ.Ε.Σ. (φωτοτυπία εις σελίδα 23 «Βίβλου Εθνοπροδοσίας», εκδόσεως 1961).
5) Διαταγή Γενικού Στρατηγείου Ε.Λ.Α.Σ., υπ’ αριθ. 88/9.8.43 (αριθ. 1417/20.9.43), προς τα Στρατηγεία του ΕΛΑΣ Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος, υπογραφομένη υπό της τριανδρίας Άρη Βελουχιώτη, Βασίλη Σαμαρινιώτη και Στεφάνου Σαράφη, δια της οποίας εκχωρείται ο έλεγχος των περιοχών Τσαμουριάς (Θεσπρωτίας), Καστοριάς, Φλωρίνης και Αλμωπίας (Πέλλης) εις τον Αλβανικό και Σερβικό στρατό Σ.Ν.Ο.Φ., δηλαδή εις τις κομμουνιστικές ανταρτικές ομάδες του Εμβέρ Χότζα και του «Τίτο» (Ιωσήφ Μπροζ) («Η εναντίον της Ελλάδος επιβουλή», εκδόσεως 1947,σελίς13).
6) Πρωτόκολλο-Συμφωνητικό της 20ής Ιουλίου 1943, μεταξύ των εκπροσώπων των Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας «Τέμπο» (ΣβέτοζαρΒουκμάνοβιτς) και Κότσι Τζώτζε, αντιστοίχως και Στεφάνου Σαράφη, Άρη Βελουχιώτη και Βασίλη Σαμαρινιώτη (Ανδρέα Τζήμα), για τον συντονισμό των ενεργειών, προς δημιουργία ενός μονίμου Κοινού Βαλκανικού Γενικού Στρατηγείου, υπό την ονομασία «Γενικό Επιτελείο Απελευθερωτικών Στρατών (Κομμουνιστικών) της Βαλκανικής», «για την εθνική απελευθέρωση και για την εξασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας σ’ όλες τις Βαλκανικές χώρες». Δια του Συμφωνητικού αυτού καθορίζετε, επίσης, ότι πρέπει να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως, της αποσχίσεως ή της ενώσεως με άλλους λαούς, σ’ όλον τον Μακεδονικό λαό!Η ύπαρξη του εν λόγω Συμφωνητικού προκύπτει εκ του κειμένου του δημοσιευομένου εγγράφου εις την σελίδα 13 του βιβλίου «Η εναντίον της Ελλάδος επιβουλή», εκδόσεως 1947.

Υπάρχουν, επίσης και αρκετά επίσημα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, διά των οποίων πιστοποιείται η προδοτική συνεργασία του ΕΛΑΣ με τις αρχές Κατοχής (κυρίως των Βουλγάρων), ως και μετά των κομμουνιστικών οργανώσεων Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας, τα οποία όμως δεν φέρουν την υπογραφή του Άρη Βελουχιώτη, αλλά είτε υποταγμένων εις αυτόν «καπεταναίων» του ΕΛΑΣ, είτε εκπροσώπων ή μελών του «Γενικού Στρατηγείου» του ΕΛΑΣ.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Άρης Βελουχιώτης (κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας) γεννήθηκε στην Λαμία στις 27 Αυγούστου του 1905. Η οικογένειά του ήταν, με τα κριτήρια της εποχής, από τις πλέον επιφανείς στην πόλη. Ο πατέρας του, ο Δημήτριος Κλάρας, ήταν δικηγόρος και χρημάτισε μάλιστα πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της πόλης. Η μητέρα του, το γένος Ζέρβα (όπου πιθανολογείται μακρινή συγγένεια με τον Ναπολέοντα Ζέρβα), ανήκε επίσης σε οικογένεια συμβολαιογράφου. Η πατρική περιουσία περιλάμβανε κτήματα, ελαιοτριβείο και σαπωνοποιείο στην περιοχή της Στυλίδας. Αν και οι αντιβασιλικές πολιτικές πεποιθήσεις του πατέρα του δεν ταυτίζονταν με τις επικρατούσες στην πόλη, ο τελευταίος συμμετείχε συχνά στα κοινά. Παρά την επαφή του με τα γράμματα, εξαιτίας και της μεγάλης βιβλιοθήκης του πατέρα του, ο νεαρός Θανάσης δεν τέλειωσε το Γυμνάσιο. Το 1919, σε ηλικία 14 ετών, εγγράφεται στην Αβερώφειο Μέση Πρακτική Σχολή Λαρίσης, του Υπουργείου Γεωργίας, από την οποία απεφοίτησε μετά τριετία ως γεωργοτεχνίτης με επίδοση «Καλώς» και διαγωγή «Καλώς». Μετά το πέρας των σπουδών του τοποθετήθηκε, από το Υπουργείο Γεωργίας, στο χωριό Μπουκιά (Παρανεότιον) της Δράμας και ακολούθως μετετέθη στην περιοχή των Τρικάλων. Τα εφηβικά του χρόνια πέρασαν εν μέσω έντονων πολιτικών αναταραχών και ζυμώσεων (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, «εθνικός διχασμός», κλπ.).

Έπειτα από ένα σύντομο διάστημα στη Γεωργική Υπηρεσία, παραιτήθηκε και κατέβηκε στην Αθήνα (1923), όπου μυήθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα. Λίγο μετά την ένταξή του στο ΚΚΕ, ο Θανάσης Κλάρας κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Την θητεία του υπηρέτησε ως δεκανέας Πυροβολικού, πλην όμως, λόγω της κομμουνιστικής του δραστηριότητας εντός του στρατεύματος, καθαιρέθηκε από το βαθμό του δεκανέα, επαναφέρθηκε στο βαθμό του στρατιώτη και προς σωφρονισμό απεστάλη στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου Ιωαννίνων. Προηγουμένως όμως, έγινε όργανο του Γραφείου Πληροφοριών της Μονάδος του και κατέδωσε όσους στρατιώτες είχαν μυηθεί στην κομμουνιστική ιδεολογία από τον ίδιο. Όταν απολύθηκε από τον στρατό, γύρισε στην Αθήνα, ανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ και χρησιμοποιήθηκε σε κομματικές δουλειές, ενώ παράλληλα εργαζόταν στον (παράνομο τότε) «Ριζοσπάστη» (1928).

Εν τω μεταξύ, από της ηλικίας των 20 ετών, δηλαδή από του 1925, είχε επιδοθεί και σε άλλου είδους δραστηριότητες. Ασχολήθηκε με κλοπές, πλαστογραφίες, ψευδορκίες και λοιπές αξιόποινες πράξεις.
Μάλιστα, ο δεύτερος τη τάξει στην ιεραρχία του ΚΚΕ, ο Γιάννης Ιωαννίδης στην σελίδα 158 του βιβλίου του «Αναμνήσεις» παραδέχεται ότι ο Άρης Βελουχιώτης ήταν πράγματι «πορτοφολάς»! Συγκεκριμένα γράφει: «…Από το 1923-1925 μπήκε (ο Θανάσης Κλάρας) στη νεολαία, στην Ο.Κ.Ν.Ε. Είχε μπλέξει παλιά με πορτοφολάδες. Εμείς δεν το ξέραμε βέβαια αυτό. Κάποτε όμως οι αντιδραστικές εφημερίδες γράψαν ότι οι κομμουνιστές είναι αλήτες σαν τον Κλάρα…» Οι εν λόγω έκνομες δραστηριότητές του προκύπτουν και από το υπ’ αριθμόν 21.722 πιστοποιητικό ποινικού του, μητρώου, της Διευθύνσεως Εγκληματικών Υπηρεσιών, στο οποίο περιλαμβάνονται 11 καταδίκες του σε φυλακίσεις μέχρι και τεσσάρων ετών. Η πρώτη καταδίκη του έγινε την 24η Ιουλίου 1925, οπότε καταδικάσθηκε από το Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκη, σε φυλάκιση 2 ετών, για κλοπή. Μετά από μια τετραετία, στις 25 Σεπτεμβρίου 1929, καταδικάστηκε εκ νέου για κλοπή από το Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε φυλάκιση 20 ημερών. Ο Βελουχιώτης θα επιβεβαιώσει και θα δικαιολογήσει την παραβατική του συμπεριφορά, με δημοσίευμά του στον «Ριζοσπάστη» (9/9/1931), ρίχνοντας τις ευθύνες στη… σάπια κοινωνία, που μεγάλωσε και στην έλλειψη ιδανικών, τα οποία απέκτησε μόνο μετά την ένταξή του στο ΚΚΕ. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ένταξή του στο ΚΚΕ το 1923 και την επιβολή της Μεταξικής δικτατορίας το 1936, η ζωή του Βελουχιώτη μοιράστηκε μεταξύ των διαφόρων κομματικών δραστηριοτήτων, των συνεπειών των διώξεων (φυλακές, εξορίες κλπ.) και περιστασιακών βιοποριστικών ασχολιών, ως οικοδόμος, μπογιατζής κ.α.

Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, ο Κλάρας συνελήφθη κατηγορούμενος για ανατρεπτική δράση. Καταδικάστηκε σε 4ετή φυλάκιση και εγκλείστηκε αρχικώς στις Φυλακές Αιγίνης το 1938 και από εκεί στις φυλακές της Κέρκυρας το 1939, όπου, προκειμένου να τύχει ευνοϊκής μεταχειρίσεως και να αποφυλακιστεί, υπέγραψε «Δήλωση αποκηρύξεως του κομμουνισμού». Ως εκ τούτου διαγράφεται έκτοτε από το ΚΚΕ και συγκαταλέγεται από τους «συντρόφους» του, μεταξύ των ανεπιθύμητων, χαρακτηριζόμενος με το ατιμωτικό στίγμα του «δηλωσία». Ο χαρακτηρισμός του «δηλωσία» θεωρείτο για τους κομμουνιστές ως ανεξίτηλο ηθικό στίγμα προδοσίας, ως ατίμωση και ως δειλία.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο αρχηγός του ΚΚΕ, ο οποίος, σημειωτέον, κρατείτο την εποχή εκείνη κι αυτός στις φυλακές της Κέρκυρας και ως εκ τούτου είχε προσωπική αντίληψη για την συμπεριφορά του Θανάση Κλάρα, κατά την διάρκεια της τελικής ομιλίας του της 14ης Οκτωβρίου 1950, ενώπιον της 3ης Συνδιασκέψεως του ΚΚΕ, λέει τα εξής, τα οποία δημοσιεύθηκαν στην σελίδα 818 της κομμουνιστικής επιθεωρήσεως «Νέος Κόσμος», Οκτωβρίου 1950: «Ο Βελουχιώτης (Κλάρας), εκτός από τα άλλα, ήταν και «δηλωσίας», Ο Κλάρας, που είχε στρατιωτικές ικανότητες κατσαπλιαδισμού, ίσως και κάτι παραπάνω, ήταν σαν κομματική φυσιογνωμία ένας άνθρωπος, που μόνο να χαντακώσει το Κόμμα μπορούσε. Καθόταν κι έτρεφε ψείρες, μεθούσε, έκανε όργια, δούλευε διαλυτικά και χαντάκωνε το κίνημα και τον ΕΛΑΣ. Παρ’ όλο ότι και αυτός σε ορισμένα σημεία μπορεί να είχε δίκιο, στη βάση τάχθηκε ενάντια στο Κόμμα. Ήταν ένας μικροαστός τυχοδιώκτης. Όταν σφίχτηκε λιγάκι στην Κέρκυρα, ούτε ένα μπάτσο δεν έφαγε και λύγισε. Και έπειτα είχε αξιώσεις ηγέτη και καθοδηγητή. Το Κόμμα και όταν σήκωσε δική του παντιέρα, του έδωσε τη δυνατότητα και τον βοήθησε να σκεφτεί και να διορθώσει το στραβοπάτημα του. Δεν το έκανε όμως αυτό το πράγμα και πήγε και έφαγε το κεφάλι του. Ο Τίτο τον έβαλε και έφαγε το κεφάλι του».

Μετά από δώδεκα χρόνια πάντως, το 1962 ο ίδιος ο Ζαχαριάδης, αν και δεν έκανε λόγο για την «δήλωση μετανοίας» του Βελουχιώτη, φέρεται να έχει πει κατ’ ιδίαν στον Αχιλλέα Παπαϊωάννου, Ταγματάρχη του ΕΛΑΣ, που τον επισκέφτηκε στην εξορία του, στο Σουργούτ: «Ο Άρης ήταν ένας άξιος καπετάνιος. Λαϊκός αγωνιστής. Ήταν και έμεινε θρύλος. Άξιος αρχηγός του ΕΛΑΣ. Ένα ατίθασο και λογικό παλληκάρι. Ήταν ο νέος Καραϊσκάκης με την πιο πλατιά έννοια σε πανελλαδική κλίμακα. Τον θυσίασα μπροστά στο τοίχος της τότε Κ.Ε. του ΚΚΕ. Έχω βαρειά την ευθύνη γι’ αυτό κι έχω ένα ασήκωτο βάρος στη συνείδησή μου. Έπρεπε να του μηνύσω να μπει στην Αλβανία και θα ήταν αργότερα ο φυσικός αρχηγός του ΔΣΕ.»

Χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα όσα σημειώνει παρακάτω ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο υπαρχηγός του ΚΚΕ: «Ο Άρης πάντα ήταν νταής, ωσότου να κάνει τη Δήλωση. Όταν ένιωθε την πλάτη του εξασφαλισμένη σ’ αυτά τα πράγματα πάντα, ήταν εντάξει. Όμως, πάντα είχε το αλήτικο στοιχείο πάνω του. Τον ξέραμε, είχε μια τάση προς την αλητεία. Μ’ αυτόν γνωριστήκαμε αργότερα όταν μπήκα στο Πολιτικό Γραφείο. Αυτούς τους ήξερε καλά ο Ζαχαριάδης από τη νεολαία. Κάτι τέτοιους τύπους τους μάζευε ο Ζαχαριάδης, γιατί μ’ αυτούς μπορούσε να κάνει και φασαρίες κτλ. Αυτός τους κρατούσε… Τον χρησιμοποιούσαμε σε ορισμένες παράνομες δουλειές. Να παρακολουθήσουν κανέναν για τον οποίον είχαμε υποψίες ότι είναι χαφιές, για να τον πιάσουν στα πράσα. Η δουλειά αυτή ήταν μέσα στη φύση του, μέσα στο αίμα του… Τον πιάσαν, τονβάλαν φυλακή (1936), έκανε τη Δήλωση και βγήκε. Τα έκανε δηλαδή μούσκεμα. Αυτός ο άνθρωπος τώρα, βρέθηκε στο βουνό, επικεφαλής του αντάρτικου. Μπορούσες να ‘χεις εμπιστοσύνη; Δεν μπορούσες…»

Σύμφωνα με το γράμμα που έστειλε ο αδερφός του Βελουχιώτη, ο Μπάμπης Κλάρας, στο Νίκο Ζαχαριάδη το 1945, την προηγούμενη της δημοσιεύσεως της αποκηρύξεως του Βελουχιώτηαπό το ΚΚΕ, ο Θανάσης Κλάρας τη Δήλωση «Δεν την αρνήθηκε ποτέ, πάντα την καταδίκαζε και πάντα ζητούσε να δικαστεί γι’ αυτό από κομματικό δικαστήριο. Οι λόγοι που οδήγησαν στην Δήλωση, ανάγονται από τον ίδιο σε εκείνη τη συγκεκριμένη «ψυχολογική στιγμή».

Κατά την διάρκεια του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου, ο Θανάσης Κλάρας, επιστρατεύεται και υπηρετεί ως απλός στρατιώτης στην 10η πυροβολαρχία Αντιαεροπορικού Πυροβολικού, υπό τον τότε λοχαγό Σταμάτιο Πάρδο. Όταν τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Ελλάδα, συνιστά στους συναδέλφους του φαντάρους, να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους, αλλά να τον κρύψουν για να μπορέσουν στη συνέχεια να αντισταθούν στον κατακτητή. Στις 16 Αυγούστου του 1941 ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ). Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) δημιουργήθηκε λίγο αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1941. Στο μεταξύ είχαν ξεκινήσει από το ΚΚΕ οι διεργασίες δημιουργίας στρατιωτικών καθοδηγητικών πυρήνων. Ο Θανάσης Κλάρας, που από την Καισαριανή αρχίζει να μιλά στον κόσμο για ένοπλη αντίσταση και σίγουρη νίκη, πιέζει την ηγεσία του ΚΚΕ να του δώσει το ελεύθερο να πάρει τα βουνά . Με τα πολλά τα καταφέρνει.Τον Νοέμβριο του 1941, ο Κλάρας ανέλαβε αποστολή από την ΚΕ του ΚΚΕ να πάει στη Ρούμελη για να εξετάσει τις δυνατότητες αναπτύξεως του αντάρτικου κινήματος. Επέστρεψε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και υπέβαλε σχετική έκθεση στο ΚΚΕ, η οποία και εγκρίθηκε. Τον Ιανουάριο του 1942, βγήκε οριστικά στο βουνό και αρχίζει τη συγκρότηση ανταρτοομάδων.

Στις αρχές Ιουνίου του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης κάνει την πρώτη του αντιστασιακή εμφάνιση στη Δομνίστα της Ευρυτανίας με μία ομάδα από εννιά συντρόφους του. Αυτή ήταν η δύναμη του ΕΛΑΣ, όταν πρωτοξεκίνησε. Ο ίδιος ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκε με το όνομα «Άρης Βελουχιώτης». Τρία χρόνια αργότερα ο ΕΛΑΣ αριθμούσε 50 χιλιάδες ενεργούς και εφεδρικούς μαχητές, πολλοί από τους οποίους είχαν στρατολογηθεί βιαίως. Από κει και μετά, το όνομά του αντήχησε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα κι έγινε θρύλος. Η φήμη του εδραιώθηκε μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου την νύχτα 25-26 Νοεμβρίου 1942, που πραγματοποιήθηκε με την συνεργασία ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη, του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Βρετανών καταδρομέων που είχαν πέσει με αλεξίπτωτα στα βουνά της Ευρυτανίας, προερχόμενοι από τη Μέση Ανατολή. Σε αυτούς περιλαμβάνετο και ο Έλληνας Αξιωματικός Θέμης Μαρίνος. Αρχικά ο Βελουχιώτης, που δρούσε στην περιοχή, αρχικά απέφυγε επί μακρόν να συναντηθεί και μετέπειτα συνέλαβε και έθεσε υπό κράτηση την Βρετανική αποστολή για την ανατίναξη της γεφύρας του Γοργοποτάμου, με το πρόσχημα ότι δεν ήξερε ποίοι ήσαν. Η πρωτοβουλία να συμπράξει ο Βελουχιώτης με την Βρετανική αποστολή στην ανατίναξη της γεφύρας του Γοργοποτάμου, ήταν προσωπικά δική του και ερχόταν σε αντίθεση με τις εντολές της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που είχε αποφασίσει να μην γίνει συνεργασία με τους Βρετανούς. Ο Βελουχιώτης εκτίμησε σωστά, ότι εάν οι Βρετανοί έκαναν την ανατίναξη της γεφύρας του Γοργοποτάμου, μόνο με την σύμπραξη των ανταρτών του ΕΔΕΣ του Ζέρβα, ο οποίος αμέσως και χωρίς ενδοιασμούς δέχτηκε να συμπράξει μαζί τους, τότε οι εντυπώσεις στο πανελλήνιο θα ήταν δυσμενέστατες για το ΚΚΕ. Αργότερα, όταν οι Βρετανική αποστολή ζήτησε ξανά την σύμπραξη του ΕΛΑΣ στην ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού, που βρισκόταν σε περιοχή που δρούσαν δυνάμεις του ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ δεν δέχτηκε να καλύψει την επιχείρηση, την οποία ανέλαβαν και έφεραν σε αίσιο πέρας μόνοι τους λίγοι Βρετανοί καταδρομείς. Αξίζει να επισημανθεί ιδιαίτερα, ότι η επιχείρηση για την ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού, ήταν πάρα πολλές φορές δυσκολότερη και σημαντικά επικινδυνέστερη από την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου.

Μετά την επιτυχία που είχε η συνεργασία των ανταρτικών ομάδων του Ζέρβα και του Βελουχιώτη στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, καταβλήθηκε από τους Βρετανούς προσπάθεια για την εδραίωση της συνεργασίας μεταξύ των Ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων. Οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν και η αποτυχία επισφραγίστηκε ύστερα από μια άκαρπη συνάντηση του Βελουχιώτη με τον Ζέρβα και τον υπαρχηγό της Βρετανικής Αποστολής ΚριςΓούντχαουζ στη Ροβελίστα της Ηπείρου (Δεκέμβριος του 1942). Η αποτυχία αυτή είχε ως επακόλουθο την ένταση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών ομάδων, ιδίως από το 1943 και μετά, κορύφωμα των οποίων ήταν η σύλληψη και δολοφονία του Συνταγματάρχη της ΕΚΚΑ Δημήτριου Ψαρρού από στέλεχος του ΕΛΑΣ. Για το έγκλημα αυτό θεωρήθηκε από πολλούς υπεύθυνος ο Βελουχιώτης, αν και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος δεν ήταν προσωπικά παρών στη δολοφονία.

Τον Φεβρουάριο του 1943 ο Βελουχιώτης κατέβηκε στην Αθήνα και ενημέρωσε την ηγεσία του ΚΚΕ σε θέματα που αφορούσαν την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος και του αντάρτικου. Στις 10 Μαρτίου 1943 στάλθηκε και πάλι ως καπετάνιος πλέον του πενταμελούς Αρχηγείου Ρούμελης, στις περιοχές της λεγόμενης από το ΚΚΕ «Ελεύθερης Ελλάδας», ήτοι των περιοχών που ήσαν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Οι αντικειμενικά αυξανόμενες ανάγκες συντονισμού του ραγδαία αναπτυσσόμενου αντάρτικου, οδήγησαν τον Μάιο του 1943 στην συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Έτσι, όταν συγκροτήθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στις 2/5/1943, ο Βελουχιώτης ορίστηκε καπετάνιος του, μέλος της τριμερούς ηγεσίας του, δίπλα στον Συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, που ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός και στον αντιπρόσωπο του ΕΑΜ, τον Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη). Λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του 1944, ο Βελουχιώτης στάλθηκε στον Μοριά, για να αναδιοργανώσει το εκεί αντάρτικο και να εξουδετερώσει τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία είχαν συγκροτηθεί από την Κυβέρνηση Ράλλη, για να αντιμετωπίσουν τα ένοπλα τμήματα του ΚΚΕ, όπως π.χ. τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ, τα οποία καταδυνάστευαν όσους δεν προσχωρούσαν στο ΚΚΕ και προορίζοντο για τον κατάληψη της εξουσίας δια των όπλων, κατά την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι εκτεταμένες ωμότητες του Βελουχιώτη στην Πελοπόννησο, όπως π.χ. στο Μελιγαλά και στους Γαργαλιάνους,τεκμηριώνονται και περιγράφονται εκτενώς στο βιβλίο με τίτλο ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ 1940-45, του Ιωάννη Μπουγά, που ζει στον Καναδά και κυκλοφόρησε το 2009 από τον εκδοτικό οίκο ΠΕΛΑΣΓΟΣ.

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1944 ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του Υπουργού της εξόριστης κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και έφυγε για τη Ρούμελη τον επόμενο μήνα, τις μέρες της αποχωρήσεως των Γερμανών από την Ελλάδα. Στις 29 Οκτωβρίου 1944 και με αφορμή την επέτειο του «ΟΧΙ», συγκαλείται στην πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας, πανηγυρική συγκέντρωση του ΕΑΜ με παμφθιωτική λαϊκή παρουσία. Ο Άρης εκφωνεί από το μπαλκόνι τού Δημαρχείου μακροσκελέστατο πανηγυρικό λόγο. Δίπλα του, στο ίδιο μπαλκόνι, τον συνόδευε ο Καθηγητής Γεώργιος Σιμίτης, πατέρας του μετέπειτα Έλληνα Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Σιμίτη, ο οποίος κατά την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ήταν στενά συνδεδεμένος με τα Ανάκτορα και είχε επιτύχει να γίνει ο τότε Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ανάδοχος του δευτερότοκου γιού του, στον οποίο έδωσε το όνομα Κωνσταντίνος.

Στην Απελευθέρωση ο Βελουχιώτης ήταν ένας από αυτούς που διαφώνησαν ριζικά με τις επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ γιά την συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την ανάθεση κεντρικού ρόλου στους Άγγλους. Τον Νοέμβριο του 1944 σε σύσκεψη καπετάνιων του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσει αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους, λέγοντας:«Αν ζήσει κανένας σας, να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά.Εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα, δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε, αν κανένας σας ζήσει..» Αντικρούστηκε όμως από τον καπετάνιο της Ομάδας Μεραρχιών της Μακεδονίας Μάρκο Βαφειάδη και τελικά ο Βελουχιώτης δεν έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά του 1944 στην Αθήνα. Η διαφωνία του αυτή τον οδήγησε σε ενέργειες, τις οποίες αρκετοί θεώρησαν ότι έφθασαν ως τα όρια της ανταρσίας, στην λεγόμενη «Σύσκεψη των Καπεταναίων» στην Λαμία τον Νοέμβριο του 1944, στην οποία ο Βελουχιώτης πρότεινε την χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ενόπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ, για την κατάληψη των Αθηνών και κατ΄ επέκταση της εξουσίας, κατά την αποχώρηση των Γερμανών.

Ο Βελουχιώτης, μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945) υπέγραψε με τον στρατιωτικό αρχηγό του ΕΛΑΣ Στέφανο Σαράφη την αποστράτευση των ανταρτικών ομάδων, κατηγόρησε όμως με δριμύτητα την πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ για την εσφαλμένη τακτική της, που κατά την άποψή του οδηγούσε στην εγκαθίδρυση των Άγγλων στην Ελλάδα και στη δίωξη των αγωνιστών του ΕΑΜ. Έτσι στο Γαρδίκι, παρά την αρχική αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον του «Αγγλικού ζυγού» στην μετακατοχική Ελλάδα. Η θέση του όμως αυτή, προκάλεσε την αντίδραση όχι μόνο της Ελληνικής Κυβερνήσεως, αλλά και της ηγεσίας του ΚΚΕ. Έχει ήδη αρχίσει η οριστική αντιπαράθεση του Βελουχιώτη με μεγάλη μερίδα της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ο Βελουχιώτης ξανάρχισε την αντάρτικη δραστηριότητα του και επιχείρησε, όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από πλήθος ιστορικών στοιχείων και ντοκουμέντων, να δημιουργήσει τον «Νέο ΕΛΑΣ». Το είχε δηλώσει εξάλλου από τότε που πρωτοξεκίνησε το αντάρτικο: «Δε θ’ αφήσουμε το όπλο από το χέρι μας, αν δεν πετύχουμε και τη διπλή λευτεριά: Τη λαοκρατία. Γι’ αυτό θα παλέψουμε για να εκτελέσουμε κι αυτή την υπόσχεσή μας, αφιερώνοντας και θυσιάζοντας τη ζωή μας ακόμα για τη λαοκρατική λύση του ελληνικού προβλήματος.»

O Άρης Βελουχιώτης εφέρετο αναμειγμένος σε 4.000 περίπου εγκλήματα κατά της ζωής αθώων ανδρών και γυναικόπαιδων, τα οποία είτε διέπραξε προσωπικά ο ίδιος, είτε εις τα οποία παρευρίσκετο συμμετέχοντας και επιστατώντας κατά την διάπραξή τους (συναυτουργία). Τα εγκλήματα αυτά, σύμφωνα προς το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945), δεν συμπεριλαμβάνοντο στη δοθείσα Αμνηστία, χαρακτηρισθέντα «ως κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχία του πολιτικού αδικήματος (της ενόπλου στάσεως)» (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Η απελευθέρωση της Ελλάδος και τα μετά ταύτη γεγονότα», σελίδες 343-344). «Ευθύς, λοιπόν, ως ο Άρης Βελουχιώτης διαπίστωσε ότι εξαιρείτο της δοθείσης Αμνηστίας, έγινε έξαλλος και αφού κατηγόρησε την ηγεσία του Κ.Κ.Ε., επειδή φρόντισε να εξασφάλιση μόνον δι’ αυτήν Αμνηστία, αδιαφορήσασα δια τους λοιπούς ενόπλους αντάρτες, ηρνήθη να συμμορφωθεί προς την υπογραφείσα Συμφωνία της Βάρκιζας και να αντιμετώπιση την Ελληνική Δικαιοσύνη. Ακολουθούμενος υπό μικράς ομάδος πιστών συντρόφων του, ενεχομένων και αυτών εις εγκλήματα, συγκρότησε ληστοσυμμορία και συνέχισε να περιφέρεται εις τα όρη των Αγράφων και της Πίνδου. Διακήρυσσε δε ότι “ο συμβιβασμός της Βάρκιζας είναι ολέθριος και ο άγων προς κατάκτηση της εξουσίας θα πρέπει να συνεχισθεί άνευ διακοπής”».

Στις 2 Μαρτίου 1945, ο Βελουχιώτης έγραψε και πάλι στην ηγεσία του ΚΚΕ επαναλαμβάνοντας τις διαφωνίες του και προειδοποιώντας πως «ξαναρχίζει την ένοπλη δράση». Ο τότε εκτελών καθήκοντα Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ Σιάντος, αφού του υπογράμμισε την ανάγκη προσανατολισμού του Κόμματος προς τη μαζική πολιτική δράση, του απάντησε ότι με τον ένοπλο αγώνα του τη δεδομένη στιγμή θα έβλαπτε. Του πρότεινε να μεταβεί στην Αθήνα και να μείνει «σαν εφεδρεία», παύοντας κάθε «εμφάνιση και δράση μέχρις ότου δούμε την εξέλιξη της κατάστασης». Η ηγεσία του KKE, επιδιώκοντας την επαναπροσέγγιση με το Βελουχιώτη, έστειλε τον Αρίστο Βασιλειάδη να τον συναντήσει με σκοπό να βρεθεί διέξοδος από την παρούσα κατάσταση. Μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις (στις οποίες πήραν μέρος και άλλα στελέχη, «ο Άρης δέχτηκε να συγκρατήσει την ανάπτυξη της δράσης του, με την προϋπόθεση ότι θα γίνει συνάντηση με αντιπροσωπία της καθοδήγησης». Στη συνάντηση αυτή, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Μαρτίου 1945, επιτεύχθηκε «συμφωνία να αναστείλει ο Άρης κάθε δράση του, ως που να αποφασίσει το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ να δεχτεί την αρχική του πρόταση να φύγει στο εξωτερικό».Εντούτοις, μόλις μια βδομάδα μετά (στις 24 Μαρτίου 1945), ο Βελουχιώτης απηύθυνε επιστολή «προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ» στην οποία επαναλάμβανε για άλλη μια φορά τις απόψεις και τις διαφωνίες του. Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (5-10 Απριλίου 1945) καταδίκασε την στάση του, αναφέροντας πως «Ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ, γιατί λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη, ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να ξαναγοράσει με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ του έδωσε την δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίνει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη στάση του που μονάχα τον εχθρό ωφελεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας, οσοδήποτε ψηλά και αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία».

Κατά την διάρκεια του Απριλίου 1945, η Περιφερειακή Επιτροπή (ΠΕ) Κόνιτσας του ΚΚΕ βρισκόταν σε επαφή με τον Βελουχιώτη. Στην επιστολή του Γραμματέα της ΠΕ στις 17.4.1945 αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Αγαπητέ μας σύντροφε Άρη… προχωρήσατε και σε ενέργειες τέτοιες, που όχι μόνον ζημιώνουν, αλλά απομακρύνουν κάθε διάθεση, που ίσως ήταν έτοιμη να σας βοηθήσει. Συναγωνιστή Άρη. Βάλατε χέρι και στα πυρομαχικά μας, που γι’ αυτό είμαι άμεσα υπεύθυνος και φέρω ακεραία την ευθύνη απέναντι στο κόμμα μας… Δεν μπορώ να καταλάβω σ. Αρη πως πήρες τέτοια τολμηρή και καθαρώς αντικομματική απόφαση, μήπως έχεις σκοπό να πολεμήσεις αντί τους Μπουραντάδες τους συντρόφους σου;… Στο κάτω-κάτω δεν είμεθα ανδρείκελα καθενός και πρέπει να σεβαστείς τους συντρόφους που πολεμούν πιστά πλάι σου… Πιστεύω και περιμένω να μην επαναληφθεί και ακόμη να επιστραφούν ό,τι πάρθηκαν… Πάντως όπως πάει η κατάστασις σε όλη την χώρα, γρήγορα θα βγούμε στο κλαρί. Γι’ αυτό μην απομακρύνετε τις διαθέσεις των παλικαριών με τέτοιες ενέργειές σας… Γεια χαρά σε όλα τα παλικάρια και… το πολύ θάρρος και οι τολμηρές και χωρίς ερώτηση αποφάσεις βλάπτουν θανάσιμα το Κόμμα μας.»

Στις αρχές Μαΐου του 1945 ο Βελουχιώτης με τους συντρόφους του, κυνηγημένος βρίσκεται στα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε μια προσπάθεια να περάσει στην Αλβανία. Μάταια όμως. Χωρίς ένα επίσημο χαρτί από το ΚΚΕ, δεν θα μπορέσει να περάσει τα σύνορα της σωτηρίας. Και το κόμμα, αυτό το χαρτί, δεν θα του το δώσει ποτέ. Εκεί πάνω, στα σύνορα με την Αλβανία, θα φτάσει η μεγάλη είδηση. «Ο Ζαχαριάδης ζει και γυρίζει στην Ελλάδα.» Η είδηση εκείνη ανατάραξε τον Άρη Βελουχιώτη. Πίστεψε πως σαν έφτανε στην Ελλάδα ο Ζαχαριάδης θα ξέσκιζε την Συμφωνία της Βάρκιζας και θα έδινε το σύνθημα του νέου αγώνα. Πίστεψε πως θα μπορούσε να έρθει σε μια επαφή με τον αρχηγό. Η πρώτη δουλειά του Άρη Βελουχιώτη, σαν έμαθε το νέο αυτό, ήταν να αφήσει τους περιπάτους μπρος στα Αλβανικά σύνορα και να κατέβει στη Θεσσαλία. Γνώριζε πως το καλύτερο μέρος για να μπορέσει να έχει κάποια επαφή με την Αθήνα ήσαν τα Τρίκαλα. Και παρ’ όλο που τα μέρη δεν του ήσαν γνωστά και επομένως ήταν κάπως επικίνδυνη η παραμονή τους εκεί, ο Άρης Βελουχιώτης το διακινδύνευσε.

Στις 29 Μαΐου 1945 ο Ζαχαριάδης φτάνει στην Ελλάδα. Με στρατιωτικό αεροπλάνο των Άγγλων, μέσω Γαλλίας, έρχεται στην Αθήνα. Σαν πληροφορήθηκε την είδηση, ο Βελουχιώτης στέλνει αμέσως μήνυμα στην Περιφερειακή Επιτροπή του ΚΚΕ Τρικάλων, προκειμένου να διαβιβασθεί στο Πολιτικό Γραφείο της Αθήνας. Ζητούσε συνάντηση με τον Αρχηγό. Το μήνυμα αυτό δεν θα φτάσει ποτέ στα χέρια του Ζαχαριάδη. Κάπου μεταξύ Τρικάλων και Πολιτικού Γραφείου της Αθήνας, το μήνυμα θα εξαφανισθεί. Ούτε και ένα δεύτερο που έστειλε, θα φτάσει ποτέ. Άδικα ο Άρης θα περιμένει. Δυο μέρες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Ζαχαριάδης είχε απασχοληθεί με την υπόθεση του Βελουχιώτη και η καταδικαστική απόφαση είχε ληφθεί. Η ΚΕ του ΚΚΕ, στην 11η Ολομέλειά της, στις 12 Ιουνίου 1945, τον διέγραψε απ’ το κόμμα και τον αποκήρυξε με ανακοίνωση μέσω του Ριζοσπάστη: «Ο σύντροφος Ζαχαριάδης μας ανακοίνωσε ότι η κεντρική επιτροπή του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήρθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοικτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια)». Η χρονική στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιήθηκε στον Βελουχιώτη η διαγραφή και η αποκήρυξή του από το Κόμμα, αποτελεί πεδίο αντιπαραθέσεων. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Βελουχιώτης έμαθε την εν λόγω απόφαση από τον «Ριζοσπάστη», την ημέρα της αυτοκτονίας του, αναπαράγοντας και ενισχύοντας είτε αμέσως είτε εμμέσως πλην σαφώς, τον ισχυρισμό ότι ήταν το ΚΚΕ που οδήγησε τον Άρη στο συγκεκριμένο τέλος.Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, ο Βελουχιώτης ενημερώθηκε έπειτα από συζήτηση με στέλεχος του ΚΚΕ για το σχετικό περιεχόμενο εσωκομματικού γράμματος, που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις του κόμματος μετά την 11η Ολομέλεια. Άλλοτε στο εσωκομματικό αυτό κείμενο, και άλλοτε σε δημοσίευση του Ριζοσπάστη στις 12 Ιουνίου αποδίδεται και το γνωστό «Ούτε ψωμί ούτε νερό στον δηλωσία Μιζέρια – Άρη». Τέτοια ρήση πάντως στον «Ριζοσπάστη» δεν φαίνεται να επαληθεύεται, ενώ το κείμενο που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις δεν σώζεται σήμερα, οπότε και καθίσταται αδύνατη η διασταύρωσή του. Σε συνάντηση με αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στα Τρίκαλα, του προτάθηκε να γυρίσει μαζί της στην Αθήνα, ώστε να αναλάβει επικεφαλής στην υπό ίδρυση «Συνομοσπονδία Εθνικών Αγωνιστών». Ο Βελουχιώτης αρνήθηκε.

Στη διάρκεια μετάβασής του στη Ρούμελη, «πήρε την απόφαση να παραβιάσει την κομματική πειθαρχία και μαζί με τον Τάκη Φίτσο παρουσιάσθηκε ξαφνικά μέσα σε ένα κομματικό αχτίφ και κατήγγειλε ανοιχτά την πολιτική της ηγεσίας», προτείνοντας την δημιουργία ενός «Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), που θα πάλευε για την Εθνική ανεξαρτησία και Ελευθερία και για την Δημοκρατία». Αξίζει να σημειωθεί, πως το ΜΕΑ δεν αποτελούσε απλά μια αφηρημένη πρόταση: συνοδευόταν από σχετική Διακήρυξη καθώς και Προγραμματικές Θέσεις, ενώ απευθυνόταν σε ΕΑΜίτες και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος (τους οποίους και στρατολογούσε). Ούτε στις θέσεις του ΜΕΑ εκφράζεται άλλη αντίληψη, σε σχέση με αυτή της στρατηγικής του ΚΚΕ. Απελπισμένος κι απογοητευμένος από την δημόσια αποκήρυξή του, από τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη, καταφρονημένος από τους πάντες, εγκαταλελειμμένος από τους συντρόφους του, μη μπορώντας να περάσει στην Αλβανία ή τη Γιουγκοσλαβία και αισθανόμενος να πλησιάζει η αρχή του τέλους, προσπαθεί απεγνωσμένα, να διαφύγει από τον κλοιό των καταδιωκτικών αποσπασμάτων και των ενεδρών, περιφερόμενος «σαν κυνηγημένο σκυλί».

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Άρη Βελουχιώτη έχει αρχίσει και το χρονόμετρο θα μηδενίσει στις 16 Ιουνίου 1945. Ο κλοιός έχει γίνει ασφυκτικός γύρω από τον Άρη και την ομάδα του. Παρ’ όλα αυτά καταφέρνει και διώξει το μεγαλύτερο τμήμα του και ο ίδιος με τον Τζαβέλα, το πρωτοπαλίκαρό του, και λίγους ακόμη, περνούν τον Αχελώο. Ο δρόμος προς την ελευθερία έστω και προσωρινά έχει ανοίξει. Άγνωστο όμως μέχρι σήμερα γιά ποιούς λόγους, δίνει εντολή να γυρίσουν πίσω και το μικρό τμήμα που τον ακολουθεί, ξαναπερνάει το ποτάμι και βρίσκεται στην χαράδρα της Μεσούντας, στην περιοχή της Άρτας. Μετά από προδοσία και μάλιστα από πρώην μαχητή του ΕΛΑΣ, η θέση της ομάδας των «Αρειανών» εντοπίζεται και αρχίζουν να συρρέουν προς τα εκει μεγάλες δυνάμεις της Εθνοφυλακής, της Χωροφυλακής και παρακρατικές ομάδες με επικεφαλής τον περιβόητο Βόιδαρο, πρώην αντάρτη του Ζέρβα και φανατικό αντικομμουνιστή:… Ήδη, αυτός, προερχόμενος εκ Βόρειας Πίνδου και κινούμενος κατά μήκος αυτής, προς Νότο, ευρίσκετο, περί την 4ην Ιουνίου 1945, εις την περιοχή της Κόνιτσας. Εκείθεν, ακολουθών ορεινό δρομολόγιο, έφθασε, μετ’ ολίγας ημέρας, εις την περιοχή μεταξύ των ορέων Κόζιακα και Τζουμέρκων, εις το ύψος του άνω Αχελώου ποταμού και εγγύς των συνόρων των νομών Τρικάλων, Άρτας και Καρδίτσας. Ο Εθνικός Στρατός, αφ’ ετέρου, είχε συνεχείς πληροφορίες, περί του υπό του Βελουχιώτη ακολουθουμένου δρομολογίου και βάσει αυτών διετάχθη μία διλοχία του εις Άρτα εδρεύοντος 206ου Τάγματος Εθνοφυλακής, να κινηθεί και αποκλείσει τις διαβάσεις νοτίως της περιοχής των Τζουμέρκων, για την εξόντωσή του. Συγχρόνως, εζητήθη υπό της προϊσταμένης Στρατιωτικής Διοικήσεως η αποστολή ενισχύσεων για τον αποκλεισμό και των βορειότερα κειμένων διαβάσεων, ήτοι εκείνων της περιοχής του χωρίου Νεράιδα Τρικάλων, του όρους Τζουμέρκα. Εκεί απεστάλη μία διλοχία εκ του εδρεύοντος εις Τρίκαλα 118ου Τάγματος Εθνοφυλακής.

Την 15ην Ιουνίου 1945, η ομάδα του «Άρη Βελουχιώτη» προσβάλλεται υπό Μονάδων της Εθνοφυλακής και ένα τμήμα της διαχωρίζεται και διασκορπίζεται. Οι υπόλοιποι, μαζί με τον «Άρη Βελουχιώτη», διαβαίνουν τον Αχελώο ποταμό, μεταξύ Μυροφύλλου Τρικάλων και Μεσούντας Άρτας και κρύπτονται εντός της χαράδρας (φαράγγι) του Φάγγου. Εκ της θέσεως αυτής επιχειρούν, πλην ματαίως, να συνδεθούν με τους διασκορπισθέντες συντρόφους τους, ενώ αναγκάζονται εκ των πραγμάτων και εις αναζήτηση τροφής, από το παρακείμενο χωριόΜεσούντα. Οι θέσεις των, κατόπιν αυτού, εντοπίζονται και οι δύο διλοχίες περισφίγγουν τον κλοιό, καταλαμβάνοντας και αποκλείοντας, κατά την διάρκεια της νύκτας, τις πέριξ της χαράδρας διαβάσεις. Ταυτοχρόνως, αρχίζει μετά δυσκολίας, λόγω του σκότους, η προσπάθεια εξερευνήσεως της περιοχής. Αίφνης, ακούεται εκ της κατευθύνσεως του κυκλωθέντος κρησφύγετου της συμμορίας του Άρη Βελουχιώτη έκρηξη χειροβομβίδας. Ως αποτέλεσμα του εν λόγω συμβάντος, υπήρξε ο θάνατος του Άρη Βελουχιώτη, του μονίμου «συνοδού» του Τζαβέλλα και δύο ακόμη ανδρών, των Γ. Αργύρη και Θωμά Αρχιμανδρίτη.

Η διατυπωθείσα τότε εκτίμηση ήταν, ότι αυτοί φονεύθηκαν από τους συντρόφους τους. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο Άρης Βελουχιώτης και ο Τζαβέλλας αυτοκτόνησαν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η σκηνή της αυτοκτονίας είχε ως εξής: Ο Βελουχιώτης σήκωσε το πιστόλι του στο κρόταφο και πίεσε τη σκανδάλη, ένας ξερός κρότος ακούστηκε και έστρεψαν σαστισμένοι το βλέμμα τους οι λιγοστοί του σύντροφοι. Ο Τζαβέλλας φώναξε στους άλλους πως ο αρχικαπετάνιος σκοτώθηκε. Ζήτησε να τον ακολουθήσουν στο θάνατο. Εκείνοι δεν συμφώνησαν. Το πρωτοπαλίκαρο του Άρη έσκισε τις φωτογραφίες που είχε ο αρχηγός πάνω του, έσπασε το ρολόι του και το πιστόλι του, τον «Ελβετό» και όταν απομακρύνθηκαν οι υπόλοιποι, ο πιστός του από την αρχή του αγώνα σύντροφός του Τζαβέλλας, μέσα σε λιγμούς αρπάζει μια χειρομβοβίδα «Μιλς», την οποία αφοπλίζει κι αγκαλιάζοντας το άψυχο σώμα του αρχηγού του, αφήνει και αυτός τη τελευταία του πνοή. Εκ των υπολοίπων μελών της συμμορίας μερικοί συλλαμβάνονται υπό των ανδρών της Εθνοφυλακής, ενώ άλλοι επιχειρούν να διέλθουν τον Αχελώο ποταμό, με αποτέλεσμα τον πνιγμό 4-5 εξ αυτών. Ο έμπιστος της προσωπικής φρουράς του Άρη Βελουχιώτη, ο Ν. Δράκος, κατ’ εντολήν του Βόιδαρου, αποκεφαλίζει τα νεκρά σώματα του Άρη Βελουχιώτη και του πρωτοπαλίκαρού του Τζαβέλλ. Οι κεφαλές μεταφέρονται με άμαξα στα Τρίκαλα. Εκεί, οι δύο κεφαλές κρέμονται εις κοινή θέα εξ ενός φανοστάτη της κεντρικής πλατείας Ρήγα Φεραίου από τις 18 ως τις 20 Ιουνίου 1945. Αυτή ήταν η τότε κρατούσα συνήθεια για τους φονευόμενους ληστές.

Ο Βελουχιώτης, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, στις 30 Δεκεμβρίου του 1944, είχε νυμφευθεί την Ειρήνη Λελέκου, την μετέπειτα διάσημη ηθοποιό Ειρήνη Παππά (το επώνυμο «Παππά», το απέκτησε από τον μετέπειτα σύζυγό της Άλκη Παππά), όπως προκύπτει από ληξιαρχική πράξη γάμου που βρίσκεται στην Υπάτη Φθιώτιδος.

Συνοπτική βιογραφία από τον Υποναύαρχο ε.α. Σωτήριο Γεωργιάδη ΠΝ
http://www.antibaro.gr/article/6398

No comments :

Post a Comment