04/12/2011

Ελληνικός Στρατός: Αναδιοργάνωση και οι Μείζονες Σχηματισμοί

Η πρόσφατη απόπειρα του απελθόντος υπουργού αμύνης Μπεγλίτη να επιβάλει νέα δομή δυνάμεων στον ΕΣ, την οποία εισηγήθηκε ο ίδιος στο ΣΑΓΕ κι απαίτησε την εφαρμογή της, με αποτέλεσμα την ρήξη με τους Αρχηγούς των Όπλων και την εσπευσμένη και επιδεικτική αποστράτευσή τους υπήρξε απλώς το τελευταίο επεισόδιο στην πορεία διαδοχικών αναδιοργανώσεων του ΕΣ μετά το 1974, οπότε και άλλαξε ριζικά το στρατηγικό περιβάλλον των ΕΔ.

Η τελευταία απόπειρα είχε σαφείς σκοπούς και δεδηλωμένο σκεπτικό. Βασιζόταν στην πεποίθηση της τότε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου, καθώς και της προηγούμενης της – ότι η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από εμπλοκή σε μείζονες πολεμικές επιχειρήσεις παρά μόνον σε θερμά επεισόδια, και για αυτά πρέπει να προετοιμάζεται, και μόνον. Η πολιτική αυτή εκτίμηση, σε συνδυασμό με την πρόθεση για μείωση των αμυντικών δαπανών, οδήγησαν στην απόφαση της πολιτικής ηγεσίας για δραστικές περικοπές στην – ονομαστική, τουλάχιστον – δύναμη του ΕΣ καθώς και σε καταργήσεις μειζόνων και ελασσόνων σχηματισμών.

Οι εξαγγελθείσες μεταβολές ήταν προφανέστατα επικίνδυνες. Αφ’ ενός, η “πολιτική” αποτίμηση της απειλής αποτελεί θανάσιμο λάθος, αφ’ ετέρου η “αναδιοργάνωση” αποσκοπούσε απλώς στην περικοπή δαπανών και στη μηχανιστική κατάργηση μονάδων και σχηματισμών σε μία δομή που είναι συγκροτημένη ως οργανικό σύνολο και η οποία θα αδυνατούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως τέτοιο μετά τις καταργήσεις. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που προκλήθηκε η ένταση μεταξύ των αρχηγών και του υπουργού.

Η αστοχία, όμως, της τελευταίας απόπειρας για αλλαγή της δομής των ΕΔ δεν πρέπει να συγκαλύπτει το γεγονός ότι αυτή έχει ανάγκη σοβαρών αλλαγών, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον ΕΣ.

Προκαταρκτική Παρατήρηση

Πριν εκθέσουμε ορισμένες βασικές θέσεις μας σχετικά με τη δομή των μειζόνων σχηματισμών του ΕΣ, το θέμα αυτό – όπως και συνολικά το θέμα της δομής δυνάμεων – πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο του συνολικού σχεδιασμού του ΕΣ. Πιο συγκεκριμένα, η δομή δυνάμεων συνδέεται άρρηκτα με τρία επιπλέον κρίσιμα θέματα:
- τη σχέση ενεργού και πολεμικής συνθέσεως,
- την αντίληψη για το σύστημα επιστρατεύσεως (και με αυτό δεν εννοείται η λιγότερο ή περισσότερο εύρυθμη λειτουργία του, αλλά η βασική του φιλοσοφία),
- τον τρόπο επανδρώσεως των μονάδων και των σχηματισμών.

Έχουν σημασία τα εξής δύο σημεία:
α) Τα θέματα αυτά είναι αλληλένδετα. Δε μπορούν να γίνουν σοβαρές μεταβολές στο ένα, χωρίς να γίνουν σοβαρές μεταβολές στα υπόλοιπα – αλλιώς προκύπτουν καταστάσεις προβληματικές και αδιέξοδες.

β) Στα τέσσερα αυτά θέματα ο ΕΣ έχει κάνει, συνειδητά ή λιγότερο συνειδητά, συγκεκριμένες επιλογές. Οι επιλογές αυτές τείνουν να θεωρούνται, λόγω μακρόχρονης ισχύος, περίπου φυσικές, αυτονόητες και αμετάβλητες, με περιθώριο για μικρές, μόνον, τροποποιήσεις. Όμως, οι συγκεκριμένοι αυτοί τρόποι οργάνωσης δεν αποτελούν ούτε αυτόματες, ούτε αναπόφευκτες επιλογές, και δεν πρέπει να θεωρούνται χαραγμένες σε πλάκες σαν τις Δέκα Εντολές. Άλλοι στρατοί έχουν κάνει άλλες επιλογές σε οργανωτικά πρότυπα, είτε γιατί είχαν άλλες ιστορικές επιρροές, είτε γιατί είχαν άλλες επιχειρησιακές ανάγκες, είτε (συνήθως) και για τους δύο λόγους. Είναι σημαντικό οι επιτελείς που καλούνται να αποφασίσουν για τα θέματα αυτά να έχουν ευρείες παραστάσεις, ώστε να μην μένουν αγκυλωμένοι στην εμπειρία του ΕΣ, προσπαθώντας συχνά να τροποποιήσουν σχήματα που έχουν καταστεί δυσλειτουργικά. Ουσιώδεις αλλαγές στο πεδίο αυτό απαιτούν πολύ προσεκτικό σχεδιασμό και εργώδη προσπάθεια, αλλά είναι το μόνον είδος αλλαγών που μπορεί να επιφέρει ουσιαστική αύξηση στην στρατιωτική ισχύ της χώρας, και μάλιστα το είδος της αύξησης που χρειάζεται επιτακτικά τώρα: όχι αυτό που οφείλεται σε περισσότερους πόρους, αλλά στην βέλτιστη χρήση των υφισταμένων, πολύτιμων πόρων.

Είναι γεγονός ότι οι στρατοί είναι συντηρητικοί οργανισμοί, και σπανίως αλλάζουν βασικά τους χαρακτηριστικά εκουσίως. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγαλύτερες – και ουσιωδέστερες – αναδιοργανώσεις της ιστορίας έχουν λάβει χώρα μετά από βαριές στρατιωτικές ήττες, εκεί όπου δηλαδή υπάρχουν οι προφανείς και αναπόδραστες αποδείξεις της ανεπάρκειας των προηγουμένων σχημάτων. Αρκεί να αναφερθούμε σε δύο εμβληματικές για τη στρατιωτική ιστορία αναδιοργανώσεις: την αναδιοργάνωση του πρωσικού στρατού μετά τις ναπολεόντειες ήττες που σόκαραν την Ευρώπη (και περισσότερο από όλους, τους Γερμανούς) και την αναδιοργάνωση των Γερμανικών ΕΔ μετά τον Α’ ΠΠ, όταν ετέθησαν οι βάσεις για το θρυλικό στρατό του Β΄ΠΠ. Ας ελπίσουμε ότι η οξεία οικονομική κρίση που διερχόμαστε καθώς και η διαφαινόμενη ανατροπή των συσχετισμών ισχύος με την Τουρκίας θα αποτελέσουν από μόνες τους επαρκές κίνητρο για την ηγεσία των ΕΔ ώστε αυτή να επανεξετάσει βασικές παραμέτρους της λειτουργίας της, και να μην απαιτηθεί κι απτή απόδειξη για τις αδυναμίες της.

Η διάρθρωση των μειζόνων σχηματισμών του ΕΣ

Για να θέσουμε το θέμα σε ένα σύντομο ιστορικό πλαίσιο: Με τη λήξη του Εμφυλίου και υπό την επίδραση των αμερικανικών προτύπων της εποχής, ο ΕΣ διαμόρφωσε ένα ορισμένο σχήμα οργάνωσης των δυνάμεών του, τα οποίο και τροποποιείται μέχρι σήμερα. Το σχήμα αυτό συνιστάται από τρεις μείζονες σχηματισμούς, οι οποίοι υπάγονται απ’ ευθείας στο ΓΕΣ και ήταν:
- η Στρατιά, με το σύνολο των επιχειρησιακών σχηματισμών, δηλαδή τα (αρχικά) τρία Σώματα Στρατού στον ηπειρωτικό βόρειο χώρο και προσανατολισμένα προς βορρά.
- η ΣΔΑ με τη βάση του στρατού, δηλαδή τις αποθήκες βάσεως, τα εργοστάσια βάσεως, τις στρατηγικές μεταφορές και την ευθύνη της επιστρατεύσεως, δηλαδή την στρατηγικού επιπέδου διοικητική μέριμνα, και
- η ΑΣΔΕΝ, με την ασφάλεια του εσωτερικού και των νήσων (που, πρακτικά, και μέχρι το ‘74 θεωρούνταν «εσωτερικό» ).
Οι τρεις αυτοί σχηματισμοί, που υπάγονταν απ’ ευθείας στο ΓΕΣ, αποτελούσαν μία εύλογη και ορθολογική για τα δεδομένα της εποχής δομή. Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν συμβεί θεμελιώδεις αλλαγές που αφορούν τόσο το στρατηγικό περιβάλλον και τη φύση της απειλής, όσο και τον τρόπο οργάνωσης των χερσαίων δυνάμεων.

Σε ότι αφορά το στρατηγικό περιβάλλον, η πρώτη μείζων αλλαγή έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του 1970, όταν μετά την εισβολή και την κατοχή στην Κύπρο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οξύνθηκαν ραγδαία, με αποτέλεσμα ο βασικός πολεμικός κίνδυνος να προέρχεται, πλέον, από την Τουρκία, και να αφορά τόσο τη Θράκη όσο και τα νησιά του Αιγαίου. Η αναγκαστική αναδιάταξη της χερσαίας ισχύος έγινε με δύο τρόπους:

Σε ότι αφορά την περιοχή της Θράκης, σταδιακά μετακινήθηκαν μονάδες (και δευτερευόντως σχηματισμοί) από τα Α, Β΄και Γ΄Σώματα Στρατού προς το επανασυσταθέν Δ΄ΣΣ, με σταδιακή (αλλά όχι δραματική) απώλεια μαχητικής ισχύος για αυτά τα ΣΣ. Σε ότι αφορά τους μείζονες σχηματισμούς δεν άλλαξε τίποτα, με το σκεπτικό ότι απλώς μεταφέρθηκε ισχύς από κάποια σώματα στρατού σε άλλο, υπό την ίδια διοικητική δομή, αυτή της Στρατιάς.

Σε ότι αφορά το Αιγαίο, οι δυνάμεις τοπικής άμυνας των νησιών άρχισαν να ενισχύονται με μονάδες, υλικό κι εγκαταστάσεις ώστε να φτάσουν, αργά και σταδιακά, σε ένα “ικανοποιητικό”επίπεδο. Σε ότι αφορά τους μείζονες σχηματισμούς και την υπαγωγή τους, και πάλι δεν άλλαξε τίποτα. Θεωρήθηκε ότι η ΑΣΔΕΝ – ένας μέχρι τώρα σχηματισμός εσωτερικού, απλώς μετετράπη σε σχηματισμό πρώτης γραμμής. Το γεγονός ότι το θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου ήταν γεωγραφικά κι επιχειρησιακά ανεξάρτητο από τη Θράκη, καθώς και το γεγονός ότι η Στρατιά ήταν εμπλεκόμενος με το ΝΑΤΟ σχηματισμός, και ως εκ τούτου η διατήρηση των δυνάμεων των νησιών εκτός δομής ΝΑΤΟ ήταν πολιτικά προτιμότερη ενίσχυσε την επιλογή αυτή, με την εξαίρεση της Λήμνου που εντάχθηκε στην αρμοδιότητα της Στρατιάς για λόγους εξωτερικής πολιτικής.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή στο εξωτερικό περιβάλλον επήλθε με την κατάρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οπότε η βασική συμβατική απειλή από Βορρά εξέλιπε. Ο ΕΣ αντέδρασε σταδιακά στη νέα πραγματικότητα, με τη σταδιακή περαιτέρω αποδυνάμωση του μετώπου προς Βορρά με δύο τρόπους: σταδιακή κατάργηση μονάδων και σχηματισμών – με κορύφωση την αφαίρεση της ζώνης ευθύνης από ενός από τα τρία ΣΣ, στο οποίο ανατέθηκε άλλος ρόλος – και μετάπτωση των περισσοτέρων μονάδων του Βορρά σε χαμηλής επάνδρωσης μονάδες. Η αλλαγή αυτή συνοδεύτηκε από την ανάθεση ενός νέου ρόλου στο Β΄ΣΣ, ο οποίος υπήρξε μάλλον ανορθόδοξος: υπήρξε η «δεξαμενή» ενός ετερογενούς μείγματος μικρών σχηματισμών «Ειδικών Δυνάμεων» καθώς κι ενός βαρέως σχηματισμού, της II ΜΚ Μεραρχίας, σε ένα μάλλον ακαθόριστο ρόλο – στην πράξη για δεξαμενή για την αποστολή δυνάμεων στις συμμαχικές υποχρεώσεις στο εξωτερικό. Η δομή αυτή είναι πλέον εμβαλωματική, προέρχεται από πολλαπλές τροποποιήσεις ενός αρχικού σχήματος που αντιμετώπιζε μια κατάσταση η οποία έχει μεταβληθεί πολύ περισσότερο απ’ ότι οι αλλαγές της δομής. Όποιος, τυχόν, αντιμετώπιζε σήμερα για πρώτη φορά τη δομή και τις αρμοδιότητες των μειζόνων σχηματισμών, χωρίς να έχει υπ’ όψιν του το ιστορικό της διαμόρφωσής τους, θα έμενε έκπληκτος από τη μορφή τους.

Η σημερινή κατάσταση

Από επιχειρησιακής απόψεως, η χώρα αντιμετωπίζει τρία ευδιάκριτα θέατρα επιχειρήσεων: Το θέατρο επιχειρήσεων Ηπείρου-Μακεδονίας, το θέατρο επιχειρήσεων της Θράκης, καθώς και το θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου Πελάγους. Οι ζώνες αυτές μπορούν να θεωρηθούν αυτόνομα θέατρα επιχειρήσεων, γιατί αποτελούν μεγάλες γεωγραφικές ενότητες στις οποίες θα διεξαχθούν επιχειρήσεις που δεν επηρεάζουν (άμεσα, επιχειρησιακά) η μία την άλλη, αντιμετωπίζουν διαφορετικής φύσεως στρατιωτικές απειλές και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από διαφορετικές πολιτικές παραμέτρους. Οι περιοχές αυτές μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν τις βάσεις για τρεις αντίστοιχους μείζονες σχηματισμούς:
Η Ήπειρος-Μακεδονία για το Γ’ ΣΣ
Η Θράκη για το Δ’ ΣΣ
Το Αιγαίο για την ΑΣΔΕΝ (που, για λόγους ιστορικής συνέχειας του ΕΣ μπορεί να λάβει το όνομα ενός ΣΣ).

Κρίσιμα, εν προκειμένω, είναι τα εξής στοιχεία: Οι ανωτέρω σχηματισμοί θα είναι, για πρακτικούς και ιστορικούς λόγους “επιπέδου Σώματος Στρατού”, πλην όμως έχει σημασία να γίνει κατανοητό ότι η αντίληψη περί “Σώματος Στρατού” αφορά μια κατάσταση που δεν υφίσταται, πλέον, στα στρατιωτικά μας πράγματα. Πιο συγκεκριμένα, παραδοσιακά, το ΣΣ είναι μια υποδιαίρεση μιας Στρατιάς, δηλαδή ενός μεγάλου όγκου στρατού, ο οποιός δρα σε έναν ενιαίο χώρο και εναντίον ενός στρατιωτικού αντιπάλου, και υποδιαιρείται σε μικρότερα τμήματα (τα ΣΣ) για λόγους ελέγχου και διοικήσεως – μιας και το επιτελείο μιας στρατιάς δε θα μπορούσε, πρακτικά, να ελέγχει και να επιβλέπει τις υφιστάμενες μεραρχίες.

Στην περίπτωσή μας, η κατάσταση αυτή, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ίσχυε – λίγο ή πολύ – μέχρι το 74, σταδιακά εξέλιπε, και σήμερα πλέον δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Αν κάποτε τα Α’, Β’ και Γ’ ΣΣ λάμβαναν μέρος σε κοινές επιχειρήσεις εναντίον (χοντρικά) του ίδιου αντιπάλου, και ενεργούσαν ως κλασικές υποδιαιρέσεις του βασικού όγκου των δυνάμεων, με διαχωρισμό κάποια γεωγραφικά όρια, αυτό πλέον δεν ισχύει. Το κάθε ένα θέατρο επιχειρήσεων έχει πλήρη ανεξαρτησία και επιχειρησιακή αποσύζευξη από τα υπόλοιπα, καθώς και χαρακτηριστικά διαφορετικό είδος αγώνα να διεξαγάγει.

Σε ότι αφορά το θέατρο επιχειρήσεων Ηπείρου-Μακεδονίας: Από το 1990 και μετά η απειλή στα βόρεια σύνορα σταδιακά άλλαξε ουσιωδώς χαρακτήρα, αλλά δεν εξέλιπε. Aυτό που έχει εκλείψει είναι η ισχυρή συμβατική απειλή, από μεγάλες μηχανοκίνητες μονάδες που απειλούσαν τα βόρεια σύνορα. Πλέον, η απειλή αφορά λιγότερο τις μάλλον αδύναμες συμβατικές δυνάμεις, αλλά περισσότερο τις εντονότατες τοπικές αλυτρωτικές τάσεις που έχουν αναπτυχθεί από πληθυσμούς που είναι αναμεμειγμένοι, ανήσυχοι, και διάσπαρτοι ανάμεσα σε κρατικά σύνορα. Ειδικότερα, η απειλή προέρχεται, πλέον, από την ανάφλεξη εθνοτικών ζητημάτων στην περιοχή Αλβανίας-Σκοπίων, που είναι πολύ πιθανόν να παρασύρει και τη Βουλγαρία. Η απειλή ΔΕΝ προέρχεται από τις κινήσεις ισχυρών συμβατικών σχηματισμών, αλλά από την έντονη δράση ισχυρών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Τονίζεται ότι, λόγω της συνολικής εθνολογικής και γεωγραφικής κατάστασης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οποιαδήποτε ανάφλεξη στην περιοχή θα συμπαρασύρει το σύνολο της περιοχής, και όλους τους ενδιαφερόμενους. Είναι βέβαιο ότι ανάφλεξη στα Σκόπια θα σημάνει ανάφλεξη και στην Αλβανία, και το αντίθετο. 

Βασικό συμπέρασμα: ο χώρος αυτός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από στρατιωτικής απόψεως ενιαίως και δεν έχει νόημα η παλιά στρατιωτική διάρθρωση με κριτήρια το γεωγραφικό ανάγλυφο της ζώνης επιχειρήσεων και τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου σε μεγάλο αριθμό δυνάμεων. Σημασία έχει η ενότητα του θεάτρου επιχειρήσεων, λόγω της φύσης των αντιπάλων και της φύσης του αγώνα που πρόκειται να διεξαχθεί. Ο σχηματισμός που θα αναλάβει την ευθύνη της ζώνης επιχειρήσεων αυτής θα πρέπει να έχει σαν κριτήριο λιγότερο τη δυνατότητα ελέγχου των φιλιών μονάδων (που δε θα είναι και τόσες πολλές, ούτε θα εμπλέκονται σε εντατικού ρυθμού επιχειρήσεις), και περισσότερο την ενότητα του θεάτρου επιχειρήσεων, τη γνώση του αντιπάλου (σε όλα τα επίπεδα, και όχι μόνον το στρατιωτικό αλλά και το εθνολογικό, που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στην περίπτωση αυτή). Με άλλα λόγια, ενώ ο σχηματισμός θα είναι «επιπέδου ΣΣ», δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως «Σώμα Στρατού», απλώς με ΠΟΥ σώματος στρατού, αλλά ως στρατιωτική διοίκηση περιοχής, με έμφαση στη γνώση της περιοχής. 

Πρακτικά: στο χώρο της Μακεδονίας και της Ηπείρου θα πρέπει να υπάρχει ένας και μοναδικός χερσαίος σχηματισμός, ενδεχομένως, για ιστορικούς λόγους το Γ’ ΣΣ, με δυνάμεις που
α) θα εξασφαλίζουν την κοιλάδα του Αξιού και το οροπέδιο της Κοζάνης από οποιουδήποτε είδους απειλή, συμπεριλαμβανομένης της συμβατικής απειλής
β) θα είναι σε θέση να διεξαγάγουν αγώνα εναντίον μεγάλων παραστρατιωτικών οργανώσεων καθώς κι αποκατάστασης εθνικής κυριαρχίας σε ρευστό εθνοτικό περιβάλλον, με εκ των προτέρων γνωστούς αντιπάλους και πληθυσμούς, και σε πολύπλοκο γεωγραφικό ανάγλυφο.

Τονίζεται ότι αν η συμβατική απειλή είναι μικρότερη, το είδος του αγώνα που είναι πολύ πιθανότερο να αντιμετωπιστεί απαιτεί σημαντικές προσαρμογές και προτεραιότητα τόσο στον εξοπλισμό και την οργάνωση όσο – και κυρίως – στο δόγμα και την εκπαίδευση των μονάδων και των σχηματισμών. Ενδεικτικά΄, και μόνον: όλος ο μηχανισμός συλλογής πληροφοριών και ασφαλείας της διοίκησης (συμπεριλαμβανομένων των μονάδων και των σχηματισμών του, και όχι μόνον του σώματος) είναι απολύτως απαραίτητο να έχει πολύ μεγαλύτερη γνώση των γλωσσών και των πολιτιστικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των πληθυσμών των βορείων γειτόνων – πολύ περισσότερο από ότι αυτό είναι απαραίτητο για αξιωματικούς πληροφοριών μονάδων στη Θράκη ή στο Αιγαίο, όπου αυτό έχει μικρή σημασία γιατί το εκεί είδος του αγώνα. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να επεκταθεί σε κάθε, σχεδόν, επίπεδο.

Σε ότι αφορά το θέατρο επιχειρήσεων της Θράκης: Αυτό είναι το θέατρο επιχειρήσεων στο οποίο ο ΕΣ καλείται να δώσει μία κλασική μάχη ισχυρών συμβατικών δυνάμεων. Αυτό το θέατρο επιχειρήσεων δεν επηρεάζεται ουσιωδώς από οτιδήποτε συμβαίνει στα βόρεια σύνορα (διαφορετικοί πολιτικοί αντίπαλοι, διαφορετικές στρατιωτικές απειλές, που μόνον οριακά μπορούν να επηρεάσουν τις δικές του επιχειρήσεις), ενώ οριακά μόνον επηρεάζεται από τις επιχειρήσεις στο Αρχιπέλαγος, και μάλιστα όχι τόσο για λόγους που έχουν σχέση με τις ενέργειες του αντιπάλου, όσο με τη διάθεση ορισμένων περιορισμένων μέσων (πχ της Αεροπορίας Στρατού) μεταξύ θεάτρων επιχειρήσεων.

Σε ότι αφορά το θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου: Αυτό αποτελεί επίσης μια γεωγραφική ενότητα, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, με διαφορετικό είδος επιχειρήσεων, και άρα διαφορετικό είδος δόγματος και δυνάμεων να διοικήσει, επίσης με ελάχιστη ανάγκη συντονισμού με τα υπόλοιπα θέατρα επιχειρήσεων. Το θέατρο αυτό επιχειρήσεων περιλαμβάνει οργανικά και την Κρήτη, επί των δυνάμεων της οποίας πρέπει να ασκεί πλήρη διοίκηση. Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία εν όψει της σταδιακής μετατόπισης του ενδιαφέροντος των τουρκικών πολιτικών σχεδιασμών – και της συνακόλουθης στρατιωτικής ισχύος.

Με δεδομένο το παραπάνω σκεπτικό, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η ΑΣΔΕΝ (ή, όπως ονομασθεί ο σχηματισμός) θα πρέπει να είναι παράλληλος με τη Στρατιά (αν αυτή διατηρηθεί) και ανεξάρτητος από αυτήν. Η ΑΣΔΕΝ και το Δ’ ΣΣ ανταγωνίζονται επιχειρησιακά για τα ίδια διαθέσιμα μέσα κι εν μέρει για τις ίδιες διαθέσιμες εφεδρείες (Αεροπορία Στρατού, Επίλεκτοι σχηματισμοί Πεζικού), κατά τον ίδιο τρόπο που το Γ’ ΣΣ ανταγωνίζεται επιχειρησιακά με τα άλλα δύο ΣΣ για παρόμοιους επιχειρησιακούς πόρους: όλοι οι σχηματισμοί για την ΑΣ, το Γ’ και Δ’ ΣΣ για την βαριά στρατηγική εφεδρεία, το Γ’ ΣΣ και η ΑΣΔΕΝ για – μέρος, τουλάχιστον – των επιλέκτων δυνάμεων πεζικού. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινοί επιχειρησιακοί πόροι κι η εφεδρεία θα πρέπει να ανήκουν στο προϊστάμενο κλιμάκιο το οποίο να μπορεί να τους διαθέσει κατά την κρίση του. Συνεπώς, Γ’ ΣΣ, Δ’ ΣΣ και ΑΣΔΕΝ θα πρέπει να είναι ισότιμοι σχηματισμοί, επιπέδου ΣΣ, υπαγόμενες στο ίδιο προϊστάμενο κλιμάκιο – τη Στρατιά.

Οι τρεις αυτοί μείζονες επιχειρησιακοί σχηματισμοί χρειάζονται την διοίκηση από ένα ενιαίο κέντρο που αφ’ ενός θα επιβλέπει τις επιχειρήσεις τους, αφ΄ενός θα διαχειρίζεται κατά τη συνολική του αντίληψη τα συγκεκριμένα μέσα που δε μπορούν εξ αρχής να διατεθούν οργανικά στους σχηματισμούς, αφ’ ετέρου τις διαθέσιμες εφεδρείες. Αυτός είναι ο φυσικός ρόλος της Στρατιάς, δηλαδή του αρχηγείου των χερσαίων δυνάμεων. Η δυνατότητα υπαγωγής των τριών μειζόνων αυτών σχηματισμών απ’ ευθείας σε Γενικό Επιτελείο είναι τουλάχιστον δύσκολη, παρ’ όλο που δε στερείται συγκεκριμένων πλεονεκτημάτων. Ο λόγος είναι ο εξής:

Σύμφωνα με το δόγμα του Αρχιστρατήγου, σε περίοδο πολεμικών επιχειρήσεων τον απευθείας έλεγχο των επιχειρησιακών σχηματισμών αναλαμβάνει ο Αρχιστράτηγος (όποιος ορίζεται στη θέση αυτή με την έναρξη των επιχειρήσεων). Ο προφανής λόγος είναι ο διακλαδικός συντονισμός των επιχειρήσεων. Αν οι τρεις μείζονες επιχειρησιακοί σχηματισμοί δεν έχουν προϊσταμένη διοίκηση, αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση επιχειρήσεων, ο Αρχιστράτηγος θα πρέπει να ελέγχει και να συντονίζει όχι 3 αλλά 5 υφιστάμενες διοικήσεις (Στρατιά – ή εναλλακτικά τρία ΣΣ, Αρχηγείο Στόλου και Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας). Παρ’ όλο που αυτό φαίνεται απλό, δεν είναι.

Σε ό,τι αφορά το Β’ ΣΣ, αυτό δεν έχει λόγο υπάρξεως. Το συγκεκριμένο ΣΣ ανέλαβε να αποτελέσει τη δεξαμενή των “στρατηγικών” εφεδρειών της χώρας, έχοντας υπό τη σκέπη του ετερογενείς σχηματισμούς (ΙΙ ΜΚ Μεραρχία και 32α Ταξιαρχία ΠΖΝ, 71η Αερομεταφερόμενη Δύναμη, Σύνταγμα ΚΔ, Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών, 13η ΔΕΕ καθώς και το ΕΤΑ). Στην πράξη, αποτελείται από τη ΙΙ ΜΚ Μεραρχία και την παλια 3η Μεραρχία Ειδικών Δυνάμεων. Η δομή αυτή είναι λανθασμένη για δύο λόγους:

- Από επιχειρησιακής απόψεως, οι δυνάμεις αυτές δεν προορίζονται και δεν πρόκειται να ενεργήσουν, σε περίπτωση επιχειρήσεων, σαν ανεξάρτητο σώμα στρατού, με επιχειρησιακή και διοικητική ενότητα. Αντιθέτως, οι μονάδες και οι ελάσσονες σχηματισμοί του Β’ ΣΣ θα τεθούν υπό τον επιχερησιακό έλεγχο της μείζονος διοίκησης που θα ελέγχει το αντίστοιχο θέατρο επιχειρήσεων. Αν υπάρξει εμπλοκή στον Έβρο, τότε έχει σημασία η επέμβαση της ΙΙ ΜΚ Μεραρχίας (ή των ταξιαρχιών της), που θα τεθούν υπό τη διοίκηση του Δ’ ΣΣ. Αν υπάρξει εμπλοκή στο Αιγαίο, τότε οι ελαφρές δυνάμες του ΣΣ, καθώς και η ΑΣ, θα τεθούν (ή θα πρέπει να τεθούν) υπό τη διοίκηση της ΑΣΔΕΝ. Αν υπάρξει εμπλοκή στο χώρο της Ηπείρου-Μακεδονίας, τότε οι δυνάμεις αυτές θα εμπλακούν (για την ακρίβεια: θα απασχοληθούν) σε ένα ευρύ μέτωπο, παράλληλα με τις ήδη υφιστάμενες εκεί δυνάμεις, και ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις “Δυνάμεων Ταχείας Επεμβάσεως” που αναπτύχθηκαν σε άλλους στρατούς του εξωτερικού, μετά το ’90 (και για τις ΗΠΑ, φυσικά, πολύ νωρίτερα) η δική μας “δύναμη ταχείας επεμβάσεως” δε θα κληθεί να εισέλθει σε ένα θέατρο επιχειρήσεων όπου δεν υπάρχει φίλια παρουσία, ώστε να αναγκαστεί αυτή να παίξει το ρόλο του συνολικού οργανωτή του θεάτρου επιχειρήσεων. 

Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, οι μονάδες του Β’ ΣΣ έχουν το ρόλο της στρατηγικής εφεδρείας της χώρας, είναι το βασικό μέσον που έχει το προϊστάμενο κλιμάκιο για να επηρεάσει τη μάχη, και θα κληθούν να συνεργαστούν στενά με τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις. Μάλιστα, είναι σκόπιμο, τουλάχιστον ορισμένες εξ αυτών, που έχουν σαφή προσανατολισμό, να αποδοθούν ήδη, από τον καιρό της ειρήνης, στον μείζονα σχηματισμό του θεάτρου επιχειρήσεων όπου θα κληθούν να ενεργήσουν. Έτσι, η ΑΣΔΕΝ θα πρέπει, ήδη από τον καιρό της ειρήνης να έχει υπό τη διοίκησή της της 32α Ταξιαρχία Πεζοναυτών, και φυσικά να είναι η υπεύθυνη διοίκηση για τον έλεγχο συνολικά του Αρχιπελάγους (με ό,τι αυτό συνεπάγεται επιχειρησιακά και διοικητικά). Το ίδιο θα μπορούσε να εξεταστεί και για το Σύνταγμα Καταδρομών σε σχέση με το Γ’ ΣΣ.

- Από διοικητικής απόψεως, οι σχηματισμοί και οι δυνάμεις που τώρα ανήκουν στο Β’ ΣΣ δε θα έχουν (ή δε θα έπρεπε) να έχουν πρόβλημα με την άμεση υπαγωγή τους στη Στρατιά. Η ύπαρξη ενός ενδιαμέσου επιπέδου διοικήσεως (του ΣΣ) με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ανθρώπινο δυναμικό και σε μέσα διοικήσεως και υποστηρίξεως που για τον ΕΣ είναι εξαιρετικά πολύτιμα, δεν προσθέτει τίποτα. Αντιθέτως, φαίνεται να είναι ένας βολικός και πρόχειρος τρόπος για να διαχειριστεί ο ΕΣ το πρόβλημα των θέσεων ανωτέρων αξιωματικών, που του δημιουργεί το υφιστάμενο σύστημα στρατολόγησης και διαχείρισης αξιωματικών.

Υποστήριξη

Με δεδομένη τη δομή των σχηματισμών μάχης του ΕΣ, απομένουν οι υποστηρικτικές λειτουργίες του μηχανισμού:
- η στρατηγικού επιπέδου διοικητική μέριμνα (δηλαδή η τήρηση των στρατηγικών αποθεμάτων του ΕΣ, οι στρατηγικές μεταφορές, η τεχνική υποστήριξη 4ου και 5ου κλιμακίου, το νοσοκομειακό σύστημα)
- η ασφάλεια των ζωτικών χώρων και το κυριότερο, των κρισίμων εγκαταστάσεων του εσωτερικού εν καιρώ πολέμου ή κρίσεως,
- μέρος της επιστράτευση εν καιρώ πολέμου και της εκπαίδευσης της εφεδρείας εν καιρώ ειρήνης

Οι λειτουργίες αυτές πρέπει να αποδοθούν σε μία ενιαία διοίκηση. Πρόκειται, προφανώς, για μία σημαντικά διευρυμένη λειτουργία της υφιστάμενης ΑΣΔΥΣ, της οποίας ο ρόλος διευρύνεται με την επιστράτευση και την εσωτερική ασφάλεια. Αυτό δεν είναι μια πρωτοφανής σύλληψη, αλλά μια παλιά πρακτική η οποία έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον διεθνώς, αυτή των «στρατιωτικών περιοχών» (military districts). Η πρακτική αυτή είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα, με διάφορα στάδια εξέλιξης, με τους γάλλους να παραμένουν στις παραδοσιακές «land regions», τους αμερικανούς, σε ένα πολύ πιο πολύπλοκο οργανισμό να έχουν τις «ενοποιημένες διοικήσεις» (unified combatant commands), και τους γερμανούς να έχουν προχωρήσει από τις παραδοσιακές (και σε ισχύ μέχρι το 2000) “στρατιωτικές περιοχές” στην υπαγωγή τους σε μία ενιαία μείζονα διοίκηση, την «Διακλαδική Βάση Υποστήριξης» (Streitkraeftebasis).

Γιατί είναι απαραίτητη η κοινή υπαγωγή των ρόλων αυτών σε μία ενιαία διοίκηση; Γιατί οι τρεις αυτές δραστηριότητες δεν αποτελούν απλώς τις βασικές λειτουργίες που λαμβάνουν χώρα στη ζώνη εσωτερικού της χώρας, αλλά είναι και δραστηριότητες που απαιτούν υψηλού βαθμού συντονισμό. Η στρατηγικού επιπέδου διοικητική μέριμνα δε μπορεί να γίνει χωρίς στενό συντονισμό με τις δυνάμεις που θα παρέχουν εσωτερική ασφάλεια (μιας και ο μεγάλος όγκος των ζωτικών στόχων που απαιτούν στρατιωτική προστασία είναι αποθήκες βάσεως, εργοστάσια βάσεως καθώς και τα δίκτυα επικοινωνιών της χώρας), ούτε η επιστράτευση μπορεί να λάβει χώρα στα σοβαρά χωρίς στενή συνεργασία με το κέντρο που συντονίζει τις στρατηγικές μεταφορές. Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο διοικητικό σχήμα δε μπορεί να βασιστεί στην απλή, παραδοσιακή δομή των Επιτελικών Γραφείων, αλλά θα απαιτήσει πιο ευέλικτα πρότυπα οργάνωσης.

Οι οργανωτικές εξελίξεις στις αμερικανικές και στις γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις δείχνουν μία επίσης κατεύθυνση στην οποία πρέπει σταδιακά αλλά αποφασιστικά και σταθερά να προχωρήσουν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, και αυτή είναι η ενοποίηση της ΑΣΔΥΣ (και της διευρυμένης ΣΔΑ) με τις δύο αντίστοιχες μείζονες διοικήσεις των άλλων κλάδων. Με την Διοίκηση Διοικητικής Μέριμνας Ναυτικού του ΠΝ, και με τη Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης της ΠΑ. Η κοινή υπαγωγή είναι ασφαλώς μια δύσκολη όσο και λεπτή υπόθεση που σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει αργά και προσεκτικά, αλλά που έχει δύο κρίσιμα οφέλη: καλύτερο συντονισμό και οικονομίες κλίμακας. 

Σε ότι αφορά τις οικονομίες κλίμακας, ένα ενδεικτικό (και μόνον) παράδειγμα: ενώ τα τρία όπλα έχουν αντιστοίχως (και ορθώς) τρεις κλάδους υγειονομικού, αυτοί μέχρι τώρα συνεργάζονται μόνον σε ότι αφορά την αντίστοιχη παραγωγική σχολή. Αλλά, ενώ σε επίπεδο επιχειρησιακών δυνάμεων είναι προφανής η ανάγκη για διαφορετικό οργανισμό σε καθένα από τα τρία όπλα, στο επίπεδο της βάσης του οργανισμού – που εν προκειμένω είναι τα κεντρικά νοσοκομειακά τους συστήματα – δεν δικαιολογείται η ύπαρξη τριών διαφορετικών τέτοιων συστημάτων, με ότι αυτό συμβαίνει σε επίπεδο οικονομιών κλίμακας. Κατά τρόπο αντίστοιχο, είναι σαφές ότι οι χερσαίες μεταφορές – για λόγους εφοδιασμού ή μετακινήσεων προσωπικού – της Π.Α στην ζώνη εσωτερικού δε μπορεί να μην συντονίζονται με αυτές του Ε.Σ, κι αυτό θα διευκολυνόταν σημαντικά από την κοινή υπαγωγή σε μία ενιαία «λειτουργική» διοίκηση. Το άδηλο, αλλά ακόμη πιο σημαντικό όφελος που θα προέκυπτε από μία τέτοια κοινή υπαγωγή είναι το πνεύμα διακλαδικότητας που θα επέβαλε μία κοινή υπαγωγή. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση ενοποίησης των τριών αυτών δοικήσεων, ο σχηματισμός που θα προκύψει θα υπάγεται απ’ ευθείας στο ΓΕΕΘΑ.

Συμπερασματικά, ο Ε.Σ θα έπρεπε να έχει τρεις μείζονες επιχειρησιακές διοικήσεις (“Σώματα Στρατού”) υπαγόμενες σε μία ενιαία επιχειρησιακή διοίκηση («Στρατιά»), και μία ακόμη μείζονα διοίκηση που θα απαλλάσσει τη Στρατιά από το φόρτο οποιασδήποτε μη επιχειρησιακής αποστολής («ΣΔΑ»). Σε ένα επόμενο βήμα, η ΣΔΑ θα πρέπει να ενοποιήσει τις αντίστοιχες (ή περίπου αντίστοιχες) διοικητικές οντότητες των δύο άλλων κλάδων (ΔΔΜΝ και ΔΑΥ) προσφέροντας στενό συντονισμό εκεί που απαιτείται, και ενοποίηση εκεί που είναι δυνατόν.

Σημείωση: Στο παρόν κείμενο δε γίνεται καμία αναφορά στους ελάσσονες σχηματισμούς και την υπαγωγή τους, καθώς αυτό αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστού σημειώματος.

No comments :

Post a Comment