19.9.17

Όσα θέλετε να μάθετε για τον εκσυγχρονισμό (ή μη) των Mirage 2000EGM/BGM

Καθώς ανοίξαμε τον φάκελο των «εκσυγχρονισμών» για τα μαχητικά 3ης και 4ης γενιάς της Πολεμικής μας Αεροπορίας (με τα Block30/50 και Block52/52Adv) δεν θα μπορούσαμε να μην δώσουμε καίριες απαντήσεις και στο θέμα του εκσυγχρονισμού των Mirage 2000EGM/BGM.

Το Mirage 2000 ήταν ανέκαθεν ένα πολύ ιδιαίτερο αεροσκάφος για την Πολεμική μας Αεροπορία. Συνεχιστής της κληρονομιάς των F-1CG, κουβαλά τις πολεμικές περγαμηνές των Mirage III, ενώ άνετα κερδίζει σε καλλιστεία τα υπόλοιπα μαχητικά της γενιάς του (κι όχι μόνο). Η ύπαρξή του στο ελληνικό οπλοστάσιο ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια ένα σημείο διαφοροποίησης από την τουρκική πολεμική αεροπορία, ένας άγνωστος Χ σε μια ενδεχόμενη σύρραξη. Στην εξελικτική πορεία του στόλου των Mirage 2000 της ΠΑ, αν και συνήθως προβάλλεται η διάσταση του ατού της διαφορετικότητας από τα F-16 της THK και η υπεροχή του -5Mk2 στο θέατρο του Αιγαίου, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που δεν πρέπει να παραβλέπουμε, ειδικά ενόψει των επικείμενων αποφάσεων εκσυγχρονισμού. Για να τοποθετήσουμε το θέμα στο σωστό του πλαίσιο, θα πρέπει να πάμε μερικά βήματα πίσω και στην απόφαση για την προμήθεια του Mirage 2000-5Mk2, που ουσιαστικά ήταν μια συνέχεια της πρακτικής του 1986, δηλαδή να «μοιραστεί η τράπουλα των εξοπλισμών και να πάρουν κάτι και οι Γάλλοι». Να σημειώσουμε ότι η απόφαση του 1986 υπέρ της λύσης «40+40» μαχητικών (από τα 120 των προβεβλημένων αναγκών και τα 100 της αρχικής εισήγησης) μεταφράστηκε σε παραγγελία 36 Mirage 2000EGM και 4 Mirage 2000BGM.

Να υπενθυμίσουμε ακόμη ότι οι παραδόσεις τους ξεκίνησαν μεν το 1988, αλλά σημείωσαν σημαντική καθυστέρηση λόγω της άρνησης της ελληνικής πλευράς να συνεχίσει τις παραλαβές μετά τη διαπίστωση ότι το ραντάρ RDM ήταν υποδεέστερο των προδιαγραφών και «έπασχε» από σοβαρές αδυναμίες σε λειτουργίες look down-shoot down. Ο συμβιβασμός που επήλθε με τη γαλλική πλευρά και η αναβάθμιση του ραντάρ στην έκδοση RDM-3 επέτρεψαν την ολοκλήρωση των παραδόσεων (αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν επιλύθηκαν όλα τα προβλήματα). Επιπλέον, έβαλαν στο ελληνικό οπλοστάσιο και τους πυραύλους αέρος-αέρος Matra Super 530, που έδωσαν στην ΠΑ ένα –πραγματικά προσωρινό- πλεονέκτημα, με άλλο ένα βλήμα BVR (πέραν των AIM-7) και μάλιστα από τη «διαφορετική» πλατφόρμα που διέθετε σε σχέση με τα μαχητικά της THK. Έτσι, όταν τον Αύγουστο του 2000 υπογράφτηκε η σύμβαση για τα Mirage 2000-5Mk2, τα παλαιότερα μαχητικά του προγράμματος «Τάλως» είχαν ηλικία κατά μέσο όρο μόλις 10 έτη. Η απόφαση για την απόκτηση των 25 Mirage 2000 «3,5+ γενιάς» (15 νέας κατασκευής και 10 εκσυγχρονισμένα από τα εν υπηρεσία) αντιμετωπίστηκε τότε -στη μετά τα Ίμια εποχή- και δικαιολογημένα με… πανηγυρισμούς.

Μια δεκαπενταετία όμως αργότερα, μπορεί πια να ιδωθεί περισσότερο «ψύχραιμα» και να αναζητηθούν απαντήσεις για μερικά εύλογα ερωτήματα. Το κυριότερο από αυτά είναι γιατί δεν επιδιώχθηκε τότε ο εκσυγχρονισμός του συνόλου του υπάρχοντος στόλου των Mirage 2000EGM/BGM, που αριθμούσε ελάχιστες απώλειες, (το πρώτο Mirage 2000 που είχε πραγματοποιήσει ανώμαλη προσγείωση στις σιδηροδρομικές γραμμές κοντά στην Τανάγρα είχε στη συνέχεια επισκευαστεί) και προτιμήθηκε η αγορά 15 νέων μαχητικών. Οι περισσότερες πηγές υποστηρίζουν ότι τη συγκεκριμένη περίοδο (μεσούσης της διαμάχης F-16 Block 52+ Vs F-15H) η αγορά Mirage 2000 δεν υπήρχε καν στο τραπέζι αρχικά. Μπήκε όμως αργότερα ως συμπλήρωμα της αγοράς των Fighting Falcon, με τους Γάλλους να βρίσκουν την ευκαιρία να πουλήσουν ένα «πακέτο», το οποίο είχε ως δέλεαρ την αποδέσμευση των Scalp, κάτι που ενδιέφερε πάρα πολύ την Ελλάδα. Το «αντίτιμο» θα ήταν τελικά τα «15+10» Mirage 2000-5Mk2, για τα οποία αρκετές από τις παραπάνω πηγές αναφέρουν ότι το κόστος ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο από τον εκσυγχρονισμό 35 Mirage 2000EGM/BGM από εκείνα που υπήρχαν τότε σε υπηρεσία με τις δύο Μοίρες της 114ΠΜ.

Για την ΠΑ αυτό σήμαινε 15 επιπλέον νέα μαχητικά υψηλών επιδόσεων και 10 αναβαθμίσεις στο ίδιο επίπεδο, ταυτόχρονα όμως δημιουργούσε θέμα ανομοιογενούς στόλου και σ’ αυτόν τον τύπο, όπως ήδη συνέβαινε με τα F-16. Παρά τα όσα έχουν γραφεί σχετικά, η προαίρεση που υπήρχε στη συμφωνία των -5Mk2 δεν αφορούσε στα «υπόλοιπα» EGM/BGM αλλά μόλις 8 (3 νέες κατασκευές και πέντε αναβαθμίσεις). Φαίνεται δηλαδή ότι υπήρχε το σκεπτικό συγκρότησης τελικά δύο Μοιρών από τα νέα Mirage, αφήνοντας την 332 με 18-20 από τα παλαιότερα αεροπλάνα και την ελπίδα νέου προγράμματος εκσυγχρονισμού στη συνέχεια, κάτι όμως που δεν συνέβη (και δεν ήταν η πρώτη φορά!). Το πρώτο εκσυγχρονισμένο -5Mk2 πέταξε τον Ιανουάριο του 2005, ενώ τα νεοκατασκευασμένα μαχητικά άρχισαν να παραδίδονται από τον Ιούλιο του 2007. Η τύχη του στόλου των Mirage «σφραγίστηκε» τότε, αλλά οι επιπτώσεις εκείνων των εξελίξεων έρχονται να αφήσουν το αρνητικό τους αποτύπωμα σήμερα, όπως αναλύουμε παρακάτω. Προγράμματα εκσυγχρονισμού μαχητικών εκπονούνται βασιζόμενα σε διάφορους παράγοντες, όπως η επιχειρησιακή αξία του σχετικού «πακέτου» έναντι του κόστους, η «κρίσιμη μάζα» αεροσκαφών που μπορούν να εφαρμοστούν και κατ’ επέκταση οι δυνητικοί πελάτες και η βιομηχανική υποστήριξη, όλα τοποθετημένα μέσα στο «σωστό» χρονικό πλαίσιο και συγκυρία. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και είναι δύσκολο να γίνουν άμεσα συγκρίσεις μεταξύ προγραμμάτων, όπως αναφέραμε πρόσφατα στην ιστορική αναδρομή για το Gripen (Π&Δ Νο 362, «Saab Gripen Echo, Smart Fighter»). Η περίπτωση του Mirage 2000 έχει ορισμένα πολύ ιδιάζοντα χαρακτηριστικά που εκπορεύονται από το γεγονός ότι η έκδοση Μ2000C της Armee de l’Air (με ραντάρ RDI) προσηλωμένη στην αεράμυνα ήταν διαφορετική από την εξαγωγική -πολλαπλών ρόλων- M2000E, αυτή δηλαδή που αγόρασαν αρχικά οι περισσότεροι χρήστες (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα).

Το M2000-5 που ακολούθησε ήταν μια προσπάθεια, που χρηματοδότησε η Dassault με την (τότε) Thomson-CSF, προκειμένου να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα του γαλλικού μαχητικού έναντι του σκληρού ανταγωνισμού που προερχόταν κυρίως από το F-16: αναβάθμιση του πιλοτηρίου και των ηλεκτρονικών γύρω από το νέο ραντάρ RDY. Η κίνηση υποστηρίχθηκε και από τη Γαλλική Αεροπορία που αναβάθμισε 37 M2000C στο νέο πρότυπο M2000-5F, προσελκύοντας μια πρώτη παραγγελία από την Ταϊβάν (που μην έχοντας άλλες επιλογές για σύγχρονα μαχητικά) απορρόφησε και μέρος του κόστους του προγράμματος. Το Mirage 2000-5Mk2 ήταν η επόμενη προσπάθεια ενίσχυσης του προϊόντος δέκα χρόνια αργότερα σε μια αγορά μαχητικών στην οποία η Dassault έβλεπε το μερίδιό της να συρρικνώνεται συνεχώς. Αυτή τη φορά το πρόγραμμα βρήκε διεθνή χρηματοδότηση από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που ήταν ο αρχικός πελάτης, με παραγγελία 32 νέων Mirage 2000-9, αναβαθμίζοντας μαζί και 30 υπάρχοντα Mirage 2000 στο ίδιο πρότυπο. Η ελληνική προμήθεια και οι γαλλικοί χειρισμοί (και «παραχωρήσεις») στο θέμα θα πρέπει να ιδωθούν σε αυτό το πλαίσιο, της προώθησης στη διεθνή αγορά μιας τρίτης γενιάς του Mirage 2000, που προσπαθούσε να ανταγωνιστεί και πάλι τα F-16 3,5 Gen με ορισμένα προηγμένα χαρακτηριστικά, αρκετά από τα οποία προέρχονταν απευθείας από την εξελικτική ανάπτυξη του Rafale. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική προμήθεια των M2000-5Mk2 ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη για την Dassault, με την υποστήριξη φυσικά της γαλλικής κυβέρνησης που οδήγησε και στην προγραμματική συμφωνία (Exocet, Scalp).

Η προσπάθεια όμως περαιτέρω πωλήσεων -5Mk2/-9, είτε ως «πακέτο» εκσυγχρονισμών για τους (λίγους) χρήστες είτε ως νέες παραγγελίες, απέφερε φτωχά αποτελέσματα και οδήγησε τελικά στον τερματισμό του προγράμματος (κάποια απροσδιόριστη χρονική περίοδο στα τέλη της δεκαετίας του 2000). Η «αποτυχία», ειδικά στην προσέλκυση νέων πελατών, πέρα από άλλους παράγοντες όπως το υψηλό κόστος, αποδίδεται και σε έναν τακτικισμό των Γάλλων, που τελικά δεν τους… «βγήκε»: το Mirage 2000-5Mk2/-9 χρησιμοποιήθηκε ως «ενδιάμεση πρόταση» μέχρι το Rafale να γίνει διαθέσιμο για εξαγωγή. Σε κάποιες όμως χώρες όπου το M2000 μπορεί να είχε κάποια τύχη, το Παρίσι επέλεξε να τις κρατήσει μακριά προκειμένου να μην μειώσει τις πιθανότητες μελλοντικής πώλησης του μαχητικού τέταρτης γενιάς. Τέλος, σε άλλες (μη εξαιρουμένης και της Ελλάδας) υποσχόταν μια «γέφυρα» διαδοχικών αγορών Mirage 2000-5Mk2 και στη συνέχεια Rafale. Η πρακτική δεν είναι φυσικά πρωτόγνωρη, ειδικά σε περιόδους μετάπτωσης ενός προγράμματος μαχητικού σε άλλο. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Συνέπεια της απόφασης τερματισμού του προγράμματος Mirage 2000-5Mk2/-9 ήταν και η διακοπή της παραγωγής των μεγάλων απαρτίων που εξόπλιζαν το συγκεκριμένο μοντέλο.

Η γαλλική πλευρά σε χρόνο πρωθύστερο είχε αναφερθεί πολλές φορές σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο προσπαθώντας τότε να ασκήσει πιέσεις σε υποψήφιους πελάτες. Έτσι το 2011, όταν επιτέλους η Ινδία υπέγραψε τη συμφωνία για τον εκσυγχρονισμό των Mirage 2000H/TH σε Ι/ΤΙ (σε μια χώρα όπου η μέση διάρκεια διαπραγμάτευσης προγραμμάτων ξεπερνά τα 10 χρόνια), η σχετική προσπάθεια βασίστηκε σε μια νέα διαμόρφωση που περιλαμβάνει κάποια μόνο απάρτια του Mirage 2000-5Mk2/-9. Το πρότυπο αυτό με κάποιες διαφοροποιήσεις φαίνεται να είναι η βάση της πρότασης που εισηγήθηκε η ΠΑ για τα Mirage 2000GR-UPG και στο οποίο είχαμε αναφερθεί επιγραμματικά στο τεύχος Νο 361 (δυστυχώς στο σχετικό άρθρο, ενώ σωστά επισημάναμε το πρόβλημα της ανομοιογένειας υλικού, η εκ παραδρομής αναφορά στα ραντάρ RDM-3&RDY-2/-3 δημιούργησε σύγχυση την οποία και αποσαφηνίζουμε παρακάτω). Να υπογραμμίσουμε για τα όσα ακολουθούν ότι η εισήγηση της ΠΑ για το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Mirage 2000EGM είχε δύο σκέλη: ένα που αφορά μια βασική διαμόρφωση και ένα που έχει κοστολογηθεί ξεχωριστά από μια σειρά επιπλέον επιλογών ως προαιρέσεις με επιπλέον κόστος.

Στη βασική διαμόρφωση πιστεύεται ότι χρησιμοποιούνται (κάποια αλλά, όχι όλα) τα χαρακτηριστικά από το ινδικό πρότυπο εκσυγχρονισμού που έχει την ίδια γενική δομή με αυτό του Mirage 2000-5Mk2/-9: αντικατάσταση του συνόλου του εξοπλισμού μάχης του αεροσκάφους και πυρήνα το ραντάρ RDY-3 στη θέση του RDM-3 (αντί του RDY-2 του -5Mk2 που δεν παράγεται πλέον). Το σύστημα αυτό της Thales είναι -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- ένα εξελικτικό παράγωγο του αρχικού (Thomson-CSF) RD-400 ως RC-400 που είχε σχεδιαστεί για διάφορα προγράμματα εκσυγχρονισμών χαμηλού κόστους από την κοινοπραξία Thales Sagem ASTRAC (Aviation Sagem Thales Retrofit Avions de Combat) και μια του εφαρμογή είναι η αναβάθμιση των μαροκινών Mirage F.1. Πρόκειται για ένα συμβατικό ραντάρ μηχανικής σάρωσης πολλαπλών λειτουργιών, του οποίου όμως οι δυνατότητες παραμένουν άγνωστες λόγω της καχυποψίας των Γάλλων για αποδέσμευση στοιχείων, και έτσι οι εκτιμήσεις διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την πηγή. Κάποιοι (και οι πλέον… αισιόδοξοι) αναφέρουν ότι το RC-400 και το RDY-2 έχουν τα ίδια βασικά απάρτια (back-end), άρα και τις ίδιες λειτουργικές επιδόσεις. Διαφέρουν όμως στο μέγεθος της κεραίας (και την ισχύ εκπομπής), ώστε ο μικρότερος δίσκος να προσαρμόζεται σε στενότερο ρύγχος, όπως αυτό των F.1. Άλλες πηγές ισχυρίζονται ότι το RC-400 και το RDY (των Mirage 2000-5) είναι αντίστοιχα «ομόσταβλα» και «back-ended» όμοια, ενώ τέλος, αρκετοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για διαφορετικές οικογένειες ραντάρ.

Σε κάθε περίπτωση όμως το RC400 στη μετάπτωσή του σε RDY-3 (για την περίπτωση των M2000I/TI) φέρεται να έχει εκμεταλλευτεί τη «μεταμόσχευση» απαρτίων από τα RDY/-2. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν το ινδικό πρόγραμμα βρισκόταν σε τελική διαπραγμάτευση το 2009, το ραντάρ που θα υιοθετούσε φερόταν να είναι το RDY-2, ενώ το RDY-3 πρωτοαναφέρθηκε το 2010, κάτι που ίσως τοποθετεί χρονικά τη μετάπτωση της διαθεσιμότητας. Το σίγουρο είναι ότι το RDY-3 στα M2000GR-UPG, ακόμη και εάν έχει παραπλήσιες δυνατότητες με το RDY-2 των Mirage 2000-5Mk2, δημιουργεί μια εστία πολυτυπίας που είναι ακριβώς αυτό που τα προτεινόμενα προγράμματα εκσυγχρονισμού που επιδιώκει η ΠΑ προσπαθούν να εξαλείψουν. Από την άλλη, η υιοθέτηση του RDY-3 σε αντικατάσταση του (25 ετών) RDM-3 αποτελεί ένα τεράστιο άλμα αύξησης δυνατοτήτων. Σε λειτουργία αέρος-αέρος (με ικανότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης 24 στόχων, ιχνηλάτησης 8 και προσβολής 4, όσο δηλαδή και το -5Mk2) θα επιτρέψει στα Mirage 2000GR-UPG να αξιοποιούν πλήρως MICA EM/IR. Σήμερα τα M2000EGM, αν και μπορούν να φορτώσουν MICA IR, δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα του πυραύλου της MBDA σε προσβολές BVR (που είναι και το μεγάλο ατού που προσφέρουν εκτελώντας επίθεση χωρίς προειδοποίηση ενεργού ερευνητή ραντάρ).

Το ραντάρ θα συνεργάζεται με νέο υπολογιστή αποστολής αρχιτεκτονικής EMTI (Ensemble Modulaire de Traitement de l’Information, μονάδα επεξεργασίας δεδομένων σπονδυλωτού τύπου) της ίδιας οικογένειας μ’ αυτήν που βρίσκουμε στο Mirage 2000-5/Mk2 και το Rafale. Το συγκρότημα (με δύο υπομονάδες, μία σε λειτουργία και μία σε εφεδρεία με δυνατότητα όμως και παράλληλης/ταυτόχρονης επεξεργασίας) περιλαμβάνει και άλλα υποσυστήματα, όπως συμβολογεννήτριες που θα υποστηρίξουν το νέο πιλοτήριο, το οποίο θα είναι συμβατό με διόπτρες νυχτερινής όρασης και διαμόρφωση αντίστοιχη του -5Mk2: HUD ευρείας γωνίας θέας, τριών οθονών MFD και πιθανότατα HLD (Head Level Display). Παράλληλα, εκσυγχρονίζεται η υποδομή ασυρμάτων με μονάδες SATURN/Have Quick II, εξοπλισμό που φέρουν και τα -5Mk2. Με δεδομένο ότι το πιλοτήριο αποκτά νέα υποδομή φόρτωσης δεδομένων με μαγνητικό μέσο για την υποβοήθηση της προετοιμασίας-σχεδίασης αποστολών (που γίνεται σήμερα χειροκίνητα) και την απενημέρωση (που υποστηρίζεται αυτή τη στιγμή από ένα strap-on εμπορικό GPS Tracker), θα αναλάβει αυτοματοποιημένο σύστημα (πιθανότατα το SLPRM-Systeme Local de Preparation et de Restitution de Mission) στη θέση του OPERA (Outil de Preparation et de Restitution de mission Avance) των -5Mk2.

Στο πρόγραμμα βασικού εκσυγχρονισμού υπάρχει πρόβλεψη για την αναβάθμιση του υπάρχοντος ολοκληρωμένου συστήματος αυτοπροστασίας ICMS-1 σε επίπεδο όσο το δυνατόν πλησιέστερο αυτού του ICMS-3 που «φορούν» τα -5Mk2 (και θεωρείται ως ένα από τα αποτελεσματικότερα του είδους παγκοσμίως). Αναφέρεται ότι, επειδή η αντικατάσταση του παλαιότερου συστήματος από νεότερο είχε μεγάλο οικονομικό κόστος, απορρίφθηκε ώστε (μαζί με άλλες περικοπές) η συνολική δαπάνη του προγράμματος να κρατηθεί σε «λογικά» επίπεδα. Έτσι το ICMS-1 (που μοιράζεται το ίδιο υποσύστημα διανομής αναλωσίμων Spirale με το ICMS-3) αναμένεται να διατηρήσει το υποσύστημα RWR και οι όποιες επεμβάσεις να γίνουν στον παρεμβολέα του. Στον εκσυγχρονισμό περιλαμβάνεται η εγκατάσταση υποδομής ασφαλούς ραδιοζεύξης επικοινωνιών με άλλα αεροπλάνα εντός σχηματισμού τύπου IDM (Improved Data Modem), εξοπλισμός που υπάρχει και στα -5Mk2 και επιτρέπει την αυτόματη διανομή στοιχείων κρίσιμων για την αποστολή (στοχοποίηση από κάθε αεροπλάνο, διαθέσιμα υπολειπόμενα όπλα, απόθεμα καυσίμων έως την κατάσταση «Bingo» κ.ά.). Δεν προβλέπεται όμως MIDS Link 16, ούτε ως option, αλλά δημιουργείται υποδομή για την εγκατάστασή του καθώς προβλέπεται νέο IFF.

Συνολικά το «πακέτο» περιλαμβάνει:
  • Ραντάρ Thales RDY-3
  • Νέος υπολογιστής αποστολής αρχιτεκτονικής EMTI με παρελκόμενο εξοπλισμό υποστήριξης (αρτηρίες διασύνδεσης, συμβολογεννήτριες κ.ά).
  • Νέο πιλοτήριο με 3+ οθόνες συμβατές με ΔΝΟ και HUD στο επίπεδο -5 Mk2
  • Νέες μονάδες ασυρμάτων SATURN/Have Quick II
  • Υποδομή ραδιοζεύξης εντός σχηματισμού τύπου IDM
  • Νέο IFF (με υποδομή δυνητικής εγκατάστασης MIDS Link 16)
  • Αναβάθμιση του συστήματος αυτοπροστασίας ICMS-1
  • Δυνατότητα ανάρτησης δύο MICA IR/EM στους εξώτερους πτερυγικούς φορείς
  • Διατήρηση δυνατότητας βολής AM.39 Exocet
  • Υποστήριξη από το αυτοματοποιημένο σύστημα σχεδίασης αποστολής και απενημέρωσης (SLPRM)
Επειδή έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στη ζωτική προσθήκη εξοπλισμού Link 16 στον στόλο των ελληνικών μαχητικών, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι απαιτήσεις για τη διαδικασία ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα σε τύπους και μοντέλα. Ειδικά στα παλαιότερα μοντέλα, στα οποία τα συνεργαζόμενα απάρτια με το MIDS Link 16 -όπως το IFF- δεν είναι συμβατά (καθώς προϋπήρχαν της εμφάνισης του συστήματος), είτε πρέπει να αναπτυχθούν λύσεις κατά περίπτωση (με τη χρήση διεπαφών-interfaces), κάτι που απαιτεί εκτεταμένη ανάπτυξη και αυξημένο τεχνολογικό ρίσκο, είτε πρέπει να υπάρξει αντικατάσταση απαρτίων, που ενέχει υψηλό κόστος. Το μέγεθος του εγχειρήματος είναι πολλές φορές τέτοιο που εν τέλει η διαδικασία μπορεί να γίνει μόνο ως μέρος προγράμματος ευρύτερου εκσυγχρονισμού και οι προθέσεις της ΠΑ για τα Mirage 2000 και φυσικά τα F-16 είναι η καλύτερη ευκαιρία.

Στον τομέα του οπλισμού και άλλων εξωτερικών φορτίων στη διαμόρφωση βασικού εκσυγχρονισμού το Mirage 2000GR-UPG διατηρεί τους ίδιους πέντε φορείς που διέθετε ως M2000EGM. Να αναφέρουμε ότι στα ελληνικά μαχητικά του τύπου τα τέσσερα κοιλιακά σημεία ανάρτησης στις «ρίζες» των ημιπτερύγων δεν βρίσκονται σε χρήση. Ο λόγος είναι ότι στην αγορά των M2000EGM η ΠΑ είχε προσηλωθεί στον ρόλο της αναχαίτισης, που έκανε τους «περιμετρικούς» αυτούς φορείς περιττούς, καθώς δεν μπορούν να φιλοξενήσουν «έξυπνα» όπλα (βλέπε Π&Δ Νο 361, «Γαλλικοί Αντικατοπτρισμοί, Βελτιστοποίηση αξιοποίησης»). Έτσι τα M2000EGM, στον αποκλειστικό ρόλο αεράμυνας που είχαν, φόρτωναν έως τέσσερις R550 ή δύο Magic και δύο Super 530D, όσο οι τελευταίοι βρίσκονταν σε χρήση. Ωστόσο, μετά τον προτεινόμενο βασικό εκσυγχρονισμό τους θα μεταφέρουν δύο MICA EM/IR μόνο στους εξώτερους πτερυγικούς φορείς που καλωδιώνονται κατάλληλα (στο πρότυπο των -5Mk2), αν και με την άσκηση σχετικής προαίρεσης οι τέσσερις κοιλιακοί «περιμετρικοί» φορείς που προαναφέρθηκαν «ενεργοποιούνται» και αποκτούν καλωδίωση με τη μεταφορική ικανότητα να επεκτείνεται τελικά στο ίδιο επίπεδο με τα -5Mk2, δηλαδή συνολικά έξι βλήματα MICA. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αξιοποίηση της επένδυσης που προτείνεται για τα M2000FR-UPG, τουλάχιστον στον τομέα του οπλισμού, απαιτεί οπωσδήποτε την άσκηση του «πακέτου» προαιρέσεων ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα έξι έναντι των -μόλις- δύο βλημάτων της βασικής διαμόρφωσης. Οι R550 Magic II αφαιρούνται από το οπλοστάσιο των εκσυγχρονισμένων αεροσκαφών ώστε να περιοριστεί το κόστος (παρτίδες Magic II αναφέρεται ότι έχουν ξεπεράσει το όριο ζωής τους και δεν υπάρχει προς το παρόν πρόβλεψη επαναπιστοποίησης).

Τα αεροπλάνα στη βασική διαμόρφωση θα διατηρήσουν την ικανότητα βολής AM.39 Exocet, αν και γι’ αυτό θα απαιτηθεί η αναβάθμιση των πυραύλων του ελληνικού αποθέματος στην πλήρως ψηφιακή έκδοση Block 2 Mod 2 (απαιτώντας και επαναπιστοποίηση επί του νέου προτύπου του αεροσκάφους). Να υπενθυμίσουμε ότι σε συνέντευξή του ο τέως Α/ΓΕΑ Αντιπτέραρχος (Ι) Χρήστος Βαΐτσης είχε αναφερθεί στο ζήτημα της επαναπιστοποίησης των Exocet, μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει το 2014. Αντίθετα δεν επιδιώκεται σ’ αυτήν τη φάση η απόκτηση δυνατότητας βολής SCALP (που προσφέρεται ως προαίρεση) από τα Mirage 2000GR-AUP λόγω του επιπλέον κόστους και δεδομένου ότι η σχετική ανάγκη καλύπτεται από τα -5Mk2. Το ίδιο ισχύει και με τα ατρακτίδια ASTAC, για τα οποία δίνεται η δυνατότητα αξιοποίησής τους ως προαίρεση, αλλά θεωρείται ότι δεν θα ασκηθεί. Όπως είχαμε αναφέρει σε παλαιότερο τεύχος μας, η υποστήριξη αυτών των ατρακτιδίων ELINT από την Thales έχει ορίζοντα το 2018, οπότε και η ΠΑ αποφάσισε να τα διατηρήσει με τον τότε φορέα τους, τα RF-4E, έως και το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας. Η διατήρηση της ικανότητας ELINT από την Πολεμική Αεροπορία επαφίεται πέραν αυτής της ημερομηνίας σε διακλαδικό πρόγραμμα υπό το ΓΕΕΘΑ, για το οποίο στο παρελθόν έχει αναφερθεί η επιχειρησιακή απαίτηση απόκτησης UAV με ευρύτερο ρόλο συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης ISR (Intelligence, Surveillance, Reconnaissance).

Από την παραπάνω ανάλυση γίνεται φανερό ότι ο προτεινόμενος εκσυγχρονισμός επιλύει μεν το πρόβλημα της απαξίωσης των 17 Mirage 2000EGM (τα δυο διθέσια BGM δεν εντάσσονται στον προγραμματισμό, καθώς αυτός δεν περιλαμβάνει δομική αποκατάσταση και ο εναπομείναν χρόνος «ορίου ζωής» των αεροσκαφών είναι μικρός, αφού σήκωσαν το βάρος της εκπαίδευσης για 30 περίπου χρόνια). Κάνει όμως μερικά μόνο βήματα στην ομογενοποίηση του στόλου των γαλλικών μαχητικών σε ελληνική υπηρεσία και όπως θα δούμε παρακάτω με άκρως αμφιλεγόμενα αποτελέσματα απόδοσης έναντι κόστους.

Τι πρέπει να κάνει η ΠΑ;

Η οικονομική διάσταση των επιδιωκόμενων ΕΜΖ και ειδικά το αποτέλεσμα κόστους-απόδοσης αποτελεί τη «λυδία λίθο» για την όποια προσπάθεια. Σ’ αυτόν τον τομέα, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, τα στοιχεία που υπάρχουν διαθέσιμα δεν είναι απολύτως ξεκάθαρα, καθώς οι κατασκευαστές δεν αποκαλύπτουν λεπτομέρειες για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα στην πρώιμη αυτή φάση στην οποία δεν υπάρχουν καν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Έτσι παρουσιάζουμε παρακάτω τις καλύτερες δυνατές εκτιμήσεις, που όμως πιστεύουμε ότι είναι αρκετά ακριβείς για να γίνουν συγκρίσεις και να εξαχθούν συμπεράσματα. H Dassault δεν έχει ποτέ αποκαλύψει κοστολογημένες προτάσεις στην Ελλάδα (πέραν κάποιων αναξιόπιστων «διαρροών», που και πάλι όμως κυμαίνονται σημαντικά μεταξύ τους), ενώ ο πολύ περιορισμένος αριθμός χρηστών του Mirage 2000 δεν έδωσε πολλές ευκαιρίες για την αποκόμιση τέτοιων στοιχείων διεθνώς. Τη μοναδική εξαίρεση αποτελεί το ινδικό πρόγραμμα, στο οποίο όμως και πάλι τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά εμπεριέχουν σημαντικούς παράγοντες αβεβαιότητας. Όπως είχαμε σημειώσει παλαιότερα για τον εκσυγχρονισμό των 51 M2000H/TΗ στο επίπεδο M2000I/TI (Π&Δ Νο 349, «Όταν τα ινδικά Mirage έγιναν M2000-5 Mk2»), το κόστος από τον τότε Ινδό υπουργό Άμυνας το 2013 -στη διάρκεια κοινοβουλευτικού ελέγχου- είχε αναφερθεί για κάθε αεροπλάνο σε 1,97 ή 2,14 δις ρουπίες ή 28,76 και 31,25 εκατομμύρια δολάρια με τη σημερινή (μέση) ισοτιμία (πιθανότατα η διαφορά αναφέρεται σε μονοθέσια και διθέσια αεροσκάφη). Ινδικές όμως δημοσιογραφικές πηγές στις οποίες απευθυνθήκαμε μας επισήμαναν ότι οι τιμές αυτές περιλάμβαναν απροσδιόριστα «κρυμμένα κόστη», όπως υποδομές στις εγκαταστάσεις της ινδικής HAL, αλλά κυρίως τις εργασίες της τελευταίας ως κυρίου αναδόχου και την αξία του έργου άλλων ινδικών εταιρειών που εμπλέκονται ως υποκατασκευαστές. Υπήρχαν επίσης επιπλέον κόστη ενδιάμεσων συμφωνιών ανάμεσα στη HAL και σε άλλες γαλλικές εταιρείες. Εκτίμηση των πηγών αυτών είναι ότι το πραγματικό τελικό κόστος του εκσυγχρονισμού κάθε αεροσκάφους (θέμα που βρίσκεται ακόμη υπό κοινοβουλευτική διερεύνηση) κυμαίνεται από 36-42 εκατομμύρια δολάρια (31-37 εκατομμύρια ευρώ).

Το… δυσθεώρητο ύψος του κόστους του ΕΜΖ φαίνεται ότι οδήγησε την Dassault, όπως προαναφέρθηκε, στον τακτικισμό να «σπάσει» την πρόταση προς την Πολεμική Αεροπορία σε δύο μέρη: ένα «πακέτο» βασικού εκσυγχρονισμού και ένα «πακέτο» προαιρέσεων. Το πρώτο φέρεται ότι είναι της τάξης των 600 εκατομμυρίων ευρώ και οι προαιρέσεις έρχονται με επιπλέον κόστος 150 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή ένα σύνολο 750 εκατομμυρίων ή 44,15 εκατομμύρια ευρώ ανά αεροσκάφος (εάν υποθέσουμε ότι η πρόταση αφορούσε τα 17 μονοθέσια, που είναι και το πιθανότερο). Αλλά όπως θα δείτε παρακάτω κλιμακώνεται περαιτέρω… Επισημαίνεται όμως ότι και στην περίπτωση αυτή ίσως υπάρχουν επιπλέον κόστη, όπως η δημιουργία της απαραίτητης υποδομής στην ΕΑΒ, που αναμένεται να αναλάβει το έργο, και ίσως συμφωνίες με άλλες γαλλικές εταιρείες για τα παρελκόμενα του συνολικού προγράμματος.

Οι γαλλικές απαιτήσεις, όπως άλλωστε και στο παρελθόν, είναι υπερβολικές και πλησιάζουν τα όρια του «παραλόγου» στο πλαίσιο των επιδιώξεων που έχει ένα πρόγραμμα ΕΜΖ. Το όλο πλαίσιο μάλιστα κάνει πολύ πιθανή την υπόθεση που εκφράζουν κάποιοι ότι «οι Γάλλοι προσπαθούν πλέον να αποφύγουν τον εκσυγχρονισμό των Mirage 2000, που θεωρούν σκόπελο για ένα μελλοντικό πρόγραμμα νέου μαχητικού, όταν αυτό έλθει». Έτσι προτιμούν να προσπεράσουν τον ΕΜΖ τώρα, για να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση, όπως ελπίζουν, στο μέλλον. Ακόμη όμως και εάν τα κόστη ΕΜΖ των Mirage 2000 και F-16 ήταν αντίστοιχα, υπάρχουν πολλοί άλλοι λόγοι που θα συνηγορούσαν κατά της πρόκρισης της γαλλικής πρότασης στους εξαιρετικά δύσκολους οικονομικά καιρούς που ζούμε. Η τεράστια επένδυση που απαιτείται αποδίδει τελικά ένα μαχητικό σχεδιασμένο τεχνολογικά τη δεκαετία του ’90 χωρίς σύγχρονους αισθητήρες, όπως ραντάρ AESA, που θα κληθεί όμως να υπηρετήσει στις επόμενες δεκαετίες σε έναν κόσμο όπου θα κυριαρχούν τα ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης ως αντίμετρα σε τεχνολογίες στελθ. Η κατάσταση ίσως να ήταν διαφορετική εάν η πρόταση αφορούσε ένα «πακέτο» γύρω από ραντάρ RBE2 AA (έστω και… PESA) με ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες OSF και σύστημα αυτοπροστασίας Spirale προερχόμενο από το Rafale. Τότε όμως είναι σχεδόν σίγουρο ότι η γαλλική απαίτηση σε επίπεδο κόστους θα ήταν ακόμη πιο… εξωφρενική. Φυσικά δεν περιλαμβάνει και Link 16, άκρως απαραίτητη προσθήκη για τα μελλοντικά μαχητικά της ΠΑ.

Το τεράστιο αντίτιμο του ΕΜΖ προορίζεται να εξασφαλίσει -το μέγιστο- 15 περίπου χρόνια επιχειρησιακής υπηρεσίας στα Μ2000 που έχουν ήδη 25 χρόνια στα φτερά τους (ή μέχρι την εξάντληση του ορίου δομικής ζωής τους), κάτι που αποδίδει έναν εξαιρετικά φτωχό λόγο κόστους-απόδοσης. Επιπλέον, ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι ο εκσυγχρονισμός των Mirage 2000 προχωρήσει παρά το δυσθεώρητο κόστος του, διαιωνίζει την πολυτυπία, καθώς δημιουργεί ένα ακόμη πρότυπο, έστω και αν αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στο Mirage 2000-5 Mk2 κατά τους γαλλικούς ισχυρισμούς. Η αξιοποίηση όμως των εκσυγχρονισμένων αεροσκαφών θα απαιτήσει περαιτέρω μεγάλη επένδυση σε βλήματα MICA, που όμως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πουθενά αλλού παρά μόνο στα γαλλικά μαχητικά. Εκτός βέβαια και αν συνεχιστεί η… συνήθης τακτική, τα επιπλέον μαχητικά να μοιραστούν το (μικρό) αρχικό απόθεμα των πυραύλων της MBDA, ακυρώνοντας δηλαδή τον πανάκριβο εκσυγχρονισμό στην πράξη. Για όσους βέβαια αναρωτιούνται ακόμη για το ινδικό πρόγραμμα των Mirage 2000I/IT (που αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2022, σχεδόν δέκα χρόνια από την έναρξή του), αποτελεί για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν σκάνδαλο πρώτου μεγέθους σε μια χώρα βέβαια όπου ο ορθολογισμός δεν ήταν ποτέ το δυνατό σημείο των εξοπλισμών της!

Το κεφάλαιο των Mirage 2000EGM/BGM κλείνει δυστυχώς -υπό το βάρος λανθασμένων αποφάσεων των παρελθόντος- με τα μαχητικά πιθανότατα να ολοκληρώνουν την καριέρα τους σε μια επιταχυνόμενη απαξίωση κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του 2020.

Το τελικό κόστος και επίλογος

Πληροφορίες μας αναφέρουν πως το συνολικό τίμημα για 17 αεροσκάφη ανέρχεται θα ξεπεράσει στα 981 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 57,7 εκατομμύρια ευρώ ανά αεροσκάφος. Στην προσφορά της Dassault δεν περιλαμβάνονται και τα κόστη της Ελληνικής Αεροπορικής βιομηχανίας που ανέρχονται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ. Επίσης δεν περιλαμβάνονται κόστη όπως αναβάθμιση των υπαρχόντων όπλων (πχ βλήματα επιφανείας Exocet λόγω λήξης ορίου ζωής) το κόστος των οποίων ανέρχεται περίπου στα 183 εκατομμύρια ευρώ. Επίσης τα μαχητικά δεν θα διαθέσουν ραντάρ AESA, Link 16 ούτε σκοπευτικό επί κάσκας παρόμοιο με το JHMCS. Συμπερασματικά, το συνολικό κόστος του προγράμματος εκσυγχρονισμού μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 1,2 δισ. Ευρώ (για 17 μαχητικά!). Συμπεραίνεται ότι το κόστος είναι απαγορευτικό και κινείται εκτός πλαισίων πραγματικότητας με αποτέλεσμα να οδηγηθούν μοιραία στην απαξίωση τα μαχητικά Mirage 2000EGM/BGM. Τα τελευταία θα συνεχίσουν να υπηρετούν οπλισμένα με πυραύλους Magic II, και θα έχουν και σαν αποστολή την ναυτική κρούση με πυραύλους Exocet AM39. Οι τελευταίοι θα σταματήσουν να υπηρετούν με την ΠΑ, όταν τα Mirage 2000EGM/BGM αποσυρθούν στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον (κάποια στιγμή μέσα στην επόμενη δεκαετία). Τα Mirage 2000-5Mk2 θα συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην ΠΑ, καθώς μπήκαν σε υπηρεσία πριν πολύ λίγα χρόνια, αν και υστερούν σε σχέση με τα F-16C/D Block 52+ Adv (και επίσης υστερεί συντριπτικά σε σχέση με το πρότυπο F-16V).

Σημειώνουμε πως τυχόν ιδέες για συμπλήρωση του αριθμού των Mirage 2000-5MK2 με μεταχειρισμένα μαχητικά του τύπου από διάφορους χρήστες, δεν γνωρίζουμε αν θα είχαν κάποια τύχη, καθώς κανείς χρήστης μέχρι τώρα δεν έχει σκοπό να αποσύρει το μαχητικό καθώς το πάντα αρχικό υψηλό κόστος κτήσης δεν επιτρέπει την σύντομη αποδέσμευσή του από υπηρεσία. Επίσης, ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε, η παραχώρηση δεν θα ήταν «δωρεάν» αλλά με αποτίμηση της τρέχουσας αξίας του σαν μεταχειρισμένο.

https://www.ptisidiastima.com/everything-about-mirage-2000-modernization/

No comments :