21.11.16

Λάμπρος Τζούμης Υποστρατήγος (ε.α): Ποια είναι η συμφωνία που θέλουν να μας επιβάλλουν στην Κύπρο

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται την τρέχουσα περίοδο οι διαπραγματεύσεις για επίλυση του «κυπριακού ζητήματος». Δυστυχώς 42 χρόνια μετά από την παράνομη εισβολή και κατοχή στην Κύπρο συζητάμε ακόμα για την επίλυση ενός θέματος, το οποίο καλύπτεται από μια διαρκή διεθνή ανεκτικότητα και παρανομία. Δώδεκα χρόνια μετά την απόρριψη από την ελληνοκυπριακή πλευρά του προτεινόμενου σχεδίου το οποίο έχει καταγραφεί ιστορικώς ως σχέδιο Ανάν, οι ελπίδες έχουν αναζωπυρωθεί για επίτευξη λύσης. Σύμφωνα με άτυπο χρονοδιάγραμμα που υπάρχει σχετικά με την πορεία των συνομιλιών, επιδίωξη είναι η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και επίλυση τυχόν εκκρεμών θεμάτων σε πολυμερή διάσκεψη μέσα στο 2016. Στη συνέχεια το αποτέλεσμα θα τεθεί προς έγκριση σε δημοψήφισμα από τις δύο κοινότητες μέσα στο 2017. Από τις ανακοινώσεις που έχουν γίνει η διαδικασία έχει εισέλθει στη φάση ολοκλήρωσης και η προοπτική μίας συμφωνίας είναι πλέον ορατή, αλλά κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να προκαθορίσει ποιό θα είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Τα θέματα (κεφάλαια) τα οποία έχουν περιληφθεί προς συζήτηση στις συνομιλίες, είναι το συνταγματικό (διακυβέρνηση και κατανομή των εξουσιών), το περιουσιακό, η οικονομία, η ασφάλεια, οι εγγυήσεις, η συμμετοχή στην ΕΕ, και το εδαφικό. Σε δηλώσεις του σχετικά με την πορεία των συνομιλιών, ο πρόεδρος της Κύπρου κ. Αναστασιάδης είχε αναφέρει ότι: «Βρεθήκαμε υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε έναν οδυνηρό συμβιβασμό της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας» και συμπλήρωσε με νόημα : «Η έκβαση της όλης διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, δεν εξαρτάται από την δική μας βούληση, αλλά από την αποφασιστικότητα της Τουρκίας». Στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα σε δηλώσεις του για το κυπριακό ανέφερε ότι «τα συμφέροντα όλων των Κυπρίων θα ωφεληθούν από μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.» Η λύση αυτή αν τελικά υιοθετηθεί σίγουρα είναι επώδυνη και έχει δεχτεί μέχρι σήμερα πολλές και έντονες επικρίσεις. Ενδεχόμενο αδιέξοδο στις συνομιλίες θα οδηγήσει στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με προοπτική τη μελλοντική επίλυση του θέματος ή σε μια de iure διχοτόμηση, με επιστροφή κάποιων εδαφών και στη συνέχεια τη διαφορετική πορεία που θα ακολουθήσουν οι δύο κοινότητες.

Μέσω δηλώσεων ή διαρροών υπάρχουν πληροφορίες ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στις συνομιλίες, σε αριθμό θεμάτων που σχετίζονται κυρίως με τα κεφάλαια οικονομίας, Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και της διακυβέρνησης – κατανομής εξουσιών, όπως:
– Υπάρχει ταύτιση απόψεων ως προς το ενιαίο νόμισμα για όλη τη χώρα που θα είναι το ευρώ, καθώς και για τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.
– Η σύγκλιση στα θέματα της Ε.Ε. έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και το κεφάλαιο αυτό έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.
– Οι υπουργοί θα είναι 7 ελληνοκύπριοι και 4 τουρκοκύπριοι (και μαζί με τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο, θα είναι 8 προς 5).
– Πρόεδρος και αντιπρόεδρος δεν θα έχουν ψήφο, αλλά θα χρειάζεται η ψήφος και ενός τουρκοκύπριου για κάθε απόφαση.
– Τα θέματα ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής και άμυνας θα τα αποφασίζουν από κοινού ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος
– Οι αποφάσεις της Βουλής θα υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο.

Σημαντικές διαφορές υπάρχουν στα κεφάλαια του εδαφικού, το οποίο σχετίζεται με το περιουσιακό και της ασφάλειας–εγγυήσεων, τα οποία ίσως θα αποτελέσουν και τα ποιο δύσκολα σημεία στην πορεία των διαπραγματεύσεων. Η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς στο θέμα του εδαφικού είναι πως θα πρέπει να γίνουν αναπροσαρμογές, που θα επιτρέπουν σε 100.000 ελληνοκυπρίους να επιστρέψουν υπό τη διοίκηση του ελληνοκυπριακού συνιστώντος «κρατιδίου». Ζητά επίσης αύξηση της ακτογραμμής και αναπροσαρμογές πέρα από το σχέδιο Ανάν. Δηλαδή, περισσότερα εδάφη από εκείνα που προέβλεπε ο χάρτης του 2004. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει πως δεν μπορούν να υπάρξουν μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού, δεν αποδέχεται μείωση της ακτογραμμής, δημιουργία ειδικών περιοχών (καντόνια κ.λπ.), καθώς και τον χάρτη του σχεδίου Ανάν που σημαίνει πως δεν αποδέχονται τις αναπροσαρμογές που προέβλεπε (28,6% περίπου θα ήταν η έκταση του τουρκοκυπριακού «κρατιδίου» από 33% που κρατούν σήμερα οι Τούρκοι). Στο περιουσιακό εκκρεμή παραμένουν τα θέματα διεκδίκησης περιουσιών, επανεγκατάστασης, αποζημιώσεων, κ.λπ και η κατάσταση περιπλέκεται με εμπλοκή εποίκων και υπηκόων ξένων χωρών.

Σε ότι αφορά το θέμα των εγγυήσεων, η θέση της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς είναι ότι το καθεστώς που ισχύει από το 1960 είναι πλέον αναχρονιστικό και ότι η διατήρησή του θα ισοδυναμούσε με μη-λύση, παραπέμποντας στις εγγυήσεις που προσφέρουν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την άλλη, η Άγκυρα φαίνεται ότι στο θέμα αυτό είναι ανυποχώρητη και δηλώνει δια στόματος του υπουργού εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και του πρωθυπουργού Μπιναλί Γιλντιρίμ : «Οι εγγυήσεις της Τουρκίας είναι εκ των ων ουκ άνευ, αυτό να το γνωρίζουν όλοι…δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω στο θέμα των εγγυήσεων» . Ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί, εναρμονισμένος πλήρως με την Άγκυρα, δήλωσε ότι : «Ο τουρκοκυπριακός λαός δεν βλέπει άλλη επιλογή επίτευξης της δικής του ασφάλειας εκτός από την Τουρκία». Με δεδομένο τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις των δύο πλευρών στο θέμα αυτό, η λύση της παροχής εγγυήσεων μέσω της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα μελέτης για άρση τυχόν αδιεξόδου που πιθανόν θα προκύψει. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την αποδοχή της Τουρκίας για αντικατάστασή της από το ΝΑΤΟ ως «εγγυήτρια της κυπριακής ανεξαρτησίας και της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων», γεγονός που είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Η χρονική συγκυρία για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος δεν είναι η καλύτερη, με δεδομένο την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα μας και τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία. Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και του κινήματος των Γκρίζων Λύκων προοιωνίζει την έξαρση του εθνικισμού και του σοβινισμού από την πλευρά της Τουρκίας, που θα περιορίσει τις ελληνικές διεκδικήσεις. Η σειρά ανοιχτών μετώπων που αντιμετωπίζει και πρέπει να διαχειριστεί ο Τούρκος πρόεδρος, όπως η «πληγή» του κουρδικού, καθώς και η εστίασή του στην εγκαθίδρυση προεδρικού συστήματος, φαίνεται ότι αυτή τη στιγμή έχουν προτεραιότητα στους σχεδιασμούς του και όχι το κυπριακό ζήτημα. Είναι κατανοητό ότι η στάση της Τουρκίας θα είναι ο βασικός παράγοντας από τον οποίο θα εξαρτηθεί η εξεύρεση μιας βιώσιμης και συμβατής με το κοινοτικό κεκτημένο λύσης.

Στόχος και πάγια επιδίωξη της Άγκυρας, όπως διατυπώθηκε από τον Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος, η Διεθνής Θέση της Τουρκίας», είναι η διατήρηση ή ο έλεγχος της στρατηγικής σημασίας νήσου Κύπρου, παράλληλα με τη συμμετοχή της στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Για το λόγο αυτό ένα θέμα που πρέπει να ενσωματωθεί στο σχέδιο λύσης είναι η επίλυση θεμάτων που αφορούν την άρνηση της Τουρκίας για τις συμφωνίες οριοθέτησης της ΑΟΖ της Κύπρου με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και το Λίβανο. Επίσης πρέπει να επιλυθούν εκκρεμή θέματα με παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας όπως αυτές που διατυπώθηκαν με έγγραφο που κατέθεσε στον ΟΗΕ το Μάιο του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με το οποίο επιχειρεί να οικειοποιηθεί όλη την κυπριακή υφαλοκρηπίδα δυτικά του νησιού και όλη την ελληνική υφαλοκρηπίδα νότια του Καστελόριζου και ανατολικά της Κρήτης, διεκδικεί δηλ. ουσιαστικά όλη σχεδόν την υφαλοκρηπίδα της Ανατολικής Μεσογείου.

Είναι κατανοητό ότι η επίλυση του κυπριακού συνδέεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με τις ελληνοτουρκικές διαφορές, καθόσον είναι βέβαιο ότι η Τουρκία για να συναινέσει στην επίτευξη λύσης στο κυπριακό θα επιδιώξει την υλοποίηση των μεγαλεπήβολων στόχων της στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η συνδιαχείριση του Αιγαίου. Οι πρόσφατες δηλώσεις Ερντογάν για αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάννης, καταδεικνύουν την αναβάθμιση της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας η οποία απροκάλυπτα πλέον φανερώνει τις επιδιώξεις της. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση των εθνικών συμφερόντων όταν προχωράς σε διαπραγματεύσεις είναι η ισορροπία ισχύος. Η χώρα μας την παρούσα φάση πλήττεται από τη δημοσιονομική κρίση, η αμυντική και εξωτερική πολιτική μας διακατέχεται από φοβικά σύνδρομα και ο κατευνασμός που επιχειρείται αντί να λειτουργεί αποτρεπτικά αποθρασύνει την Τουρκία. Οι στιγμές για το κυπριακό είναι ιδιαίτερα κρίσιμες και ανησυχητικές και ο ελληνισμός θα κληθεί στο ορατό μέλλον να κινηθεί σε πολύ δύσκολα και επικίνδυνα μονοπάτια.

No comments :

Print Friendly Version of this pagePrint Get a PDF version of this webpagePDF